Στην πλειονότητα των περιπτώσεων τα ινομυώματα εκδηλώνονται στις ηλικίες 35-45 ετών, αλλά μπορεί να εμφανιστούν νωρίτερα ή αργότερα και μέχρι την εμμηνόπαυση αφού μετά από αυτή υποχωρούν. Μία γυναίκα μπορεί να έχει ένα ή πολλά ινομυώματα, τα οποία μπορεί να προκαλούν συμπτώματα ή να είναι εντελώς ασυμπτωματικά.

Όπως εξηγεί ο μαιευτήρας, χειρουργός γυναικολόγος Δρ. Ιωάννης Π. Βασιλόπουλος, MD, MSc: «Τα ινομυώματα είναι καλοήθεις όγκοι που αναπτύσσονται στο μυομήτριο, δηλαδή στο μυϊκό χιτώνα του τοιχώματος της μήτρας. Η διάμετρός τους συνήθως αρχίζει από το ένα εκατοστό και φθάνει έως και τα 15 εκατοστά, ενώ το βάρος τους κυμαίνεται από μερικά γραμμάρια έως και μερικά κιλά σε κάποια ακραία περιστατικά πολλαπλών ινομυωμάτων».

Τα ινομυώματα της μήτρας περιέχουν ινώδη ιστό παρόμοιο με τον φυσιολογικό ιστό της μήτρας. Συνήθως αναπτύσσονται κατά μήκος του τοιχώματος της μήτρας, αλλά μερικές φορές προεκβάλλουν στην κοιλότητά της ή αναπτύσσονται έξω από αυτήν. Οι ορμόνες (οιστρογόνα, προγεστερόνη) προάγουν την εμφάνισή τους και γι’ αυτό τα ινομυώματα υποχωρούν μετά την κλιμακτήριο, κατά την οποία διακόπτεται η ορμονική παραγωγή. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, ρόλο στη εμφάνισή τους παίζουν και τα υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης στη μέση ηλικία.

Η ακριβής αιτία τους δεν είναι γνωστή. «Κάποια μπορεί να είναι ορμονικής (επίπεδα οιστρογόνων) ή κληρονομικής φύσεως, ενώ άλλα μπορεί να σχετίζονται με το περιβάλλον. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η βασικότερη αιτία φαίνεται πως είναι η κληρονομικότητα, σε συνδυασμό με τα αυξημένα επίπεδα οιστρογόνων στο αίμα» τονίζει ο Δρ. Βασιλόπουλος.

Παράγοντες κινδύνου και συμπτώματα

Υπολογίζεται ότι οι γυναίκες με οικογενειακό ιστορικό ινομυωμάτων έχουν διπλάσιες πιθανότητες να τα εκδηλώσουν, συγκριτικά με όσες δεν έχουν τέτοιο ιστορικό. Άλλοι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνισή τους είναι η ηλικία (είναι πιθανότερα μετά τα 40), η παχυσαρκία, η υπέρταση, τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D και η ατεκνία, σύμφωνα με το αμερικανικό Εθνικό Ίδρυμα Υγείας του Παιδιού & Ανθρώπινης Ανάπτυξης (National Institute of Child Health & Human Development, NICHD).

Αντίθετα, στους παράγοντες που μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο, περιλαμβάνονται η εγκυμοσύνη (ο κίνδυνος μειώνεται όσο αυξάνεται ο αριθμός των κυήσεων) και η μακροχρόνια χρήση ορισμένων αντισυλληπτικών.

Παρότι είναι εξαιρετικά συνηθισμένα, οι περισσότερες γυναίκες δεν ξέρουν ότι τα έχουν, διότι δεν προκαλούν συμπτώματα. Όταν, εντέλει, εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα, μπορεί να είναι:

* Μεγάλη αιμορραγία ή πόνος κατά την έμμηνο ρύση.

* Αιμορραγία και πόνος στο μεσοδιάστημα μεταξύ δύο εμμήνων ρύσεων.

* Αίσθημα βάρους χαμηλά στην κοιλιά.

* Συχνουρία όταν το ινομύωμα πιέζει την ουροδόχο κύστη.

* Πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή.

* Προβλήματα γονιμότητας όπως αδυναμία σύλληψης, πολλαπλές αποβολές, πρόωρη έναρξη του τοκετού κ.λπ.

Η γυναίκα μπορεί, επίσης, να έχει αναιμία και να αντιμετωπίσει μαιευτικά προβλήματα, όπως εκφύλιση του ινομυώματος με ισχυρό πόνο και πραγματοποίηση καισαρικής τομής.

Διάγνωση και θεραπεία

Επειδή τα ινομυώματα συνήθως είναι ασυμπτωματικά, συχνά γίνονται αντιληπτά κατά την κλασική γυναικολογική εξέταση, όταν ο γιατρός ψηλαφεί τη μήτρα (θα είναι διογκωμένη) και με το υπερηχογράφημα κάτω κοιλίας, το οποίο εντοπίζει τον αριθμό των ινομυωμάτων, το μέγεθος, αλλά και τη θέση τους στη μήτρα.

Σε περίπτωση που η ασθενής παρουσιάζει πολλαπλά ινομυώματα και απαιτείται χειρουργική θεραπεία, συνιστάται πριν από την εγχείρηση και μία μαγνητική τομογραφία πυέλου (MRI) με σκοπό την πιο λεπτομερή χαρτογράφησή τους.

Η θεραπεία που θα προταθεί στη γυναίκα εξαρτάται από την ηλικία της, τη γενική κατάσταση της υγείας της, την παρουσία και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων της (π.χ. πίεση σε άλλα όργανα, μεγάλη αιμορραγία, αναιμία), τη θέση, το είδος και το μέγεθος των ινομυωμάτων, και το εάν είναι έγκυος ή θέλει να αποκτήσει παιδιά στο μέλλον.

«Σε περίπτωση που τα ινομυώματα είναι μικρά και ασυμπτωματικά, συνήθως δεν συστήνεται κάποια θεραπεία, εκτός της περιοδικής παρακολούθησης από τον γυναικολόγο με υπερηχογράφημα, ώστε να ελέγχεται το μέγεθός τους και να γίνει εγκαίρως αντιληπτή τυχόν αλλαγή» αναφέρει ο Δρ. Βασιλόπουλος. Εάν είναι μεγάλα, αναπτύσσονται γρήγορα ή δημιουργούν προβλήματα, μπορεί να προταθούν διάφορες θεραπείες, οι κυριότερες από τις οποίες είναι οι συντηρητικές (π.χ. ελαφρά παυσίπονα για τους πόνους της περιόδου ή ορμόνες) και οι χειρουργικές.

Οι συντηρητικές μέθοδοι δεν θεραπεύουν τα ινομυώματα, αλλά παρέχουν ανακούφιση από τα συμπτώματά τους ή/και μειώνουν το μέγεθός τους. Μόλις, όμως, διακοπούν, τα ινομυώματα και τα συμπτώματα υποτροπιάζουν.

Οι χειρουργικές θεραπείες συμπεριλαμβάνουν είτε την ινομυωματεκτομή (αφαίρεση του ινομυώματος) είτε την υστερεκτομή (χειρουργική αφαίρεση της μήτρας) ανάλογα με την ηληικία της γυναίκας.

Η ινομυωματεκτομή συνίσταται στην αφαίρεση μόνο του ινομυώματος και στη διαφύλαξη του υγιούς τμήματος του ενδομητρίου. Μπορεί να διατηρήσει την ικανότητα εγκυμοσύνης. Μπορεί να γίνει υστεροσκοπικά (από τον κόλπο και τη μήτρα), λαπαροσκοπικά (από δύο μικρές τομές στην κοιλιά) ή με λαπαροτομία (ανοικτή επέμβαση). Μελέτες έχουν δείξει ότι καταπραΰνει τα συμπτώματα των ινομυωμάτων στο 80-90% των περιπτώσεων, αλλά δεν μπορεί να αποτρέψει την δημιουργία νέων ινομυωμάτων.

Η υστερεκτομή είναι η μόνη μέθοδος ίασης των ινομυωμάτων. Στη διάρκειά της αφαιρείται τμήμα ή ολόκληρη η μήτρα. Η επέμβαση μπορεί να γίνει από την κοιλιά, από τον κόλπο, λαπαροσκοπικά ή με ρομποτική χειρουργική.

Τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται σε επιλεγμένα περιστατικά μία μέθοδος που λέγεται εμβολισμός των ινομυωμάτων και συνίσταται στην διακοπή της αιμάτωσής τους, με συνέπεια να συρρικνώνονται και να απορροφώνται από τον οργανισμό. Ο εμβολισμός γίνεται με μικροσκοπικά «σφαιρίδια» από πλαστικό ή ειδική γέλη, που εισάγονται στις αρτηρίες που τροφοδοτούν με αίμα τα ινομυώματα. Τα «σφαιρίδια» αυτά αποφράσσουν τα αγγεία και διακόπτουν την παροχή αίματος και επομένως οξυγόνου και θρεπτικών συστατικών.