Οι γιατροί ανέκαθεν ήξεραν ότι για τις ασθενείς με καρκίνο μαστού, που διαγνώστηκαν σε αρχικό στάδιο και έκαναν εγχείρηση, δεν ήταν, στ' αλήθεια, απαραίτητη η χημειοθεραπεία. Όμως δεν ήταν σε θέση να ξέρουν για ποιες, ακριβώς, ήταν ασφαλές να παρακάμψουν την τοξική θεραπεία.

Η νέα έρευνα μπορεί, πλέον, να το πει αυτό, καθώς βασίζεται στη δραστηριότητα των γονιδίων στους όγκους. Συμμετείχαν 6.700 ασθενείς και διαπιστώθηκε ότι περίπου το 50% από τις ασθενείς (46% για την ακρίβεια), που διαγνώστηκαν νωρίς και οι οποίες, υπό τις παλιές συνθήκες, θα υποβάλλονταν σε χημειοθεραπεία, μπορούν να την αποφύγουν, με έναν πολύ μικρό κίνδυνο ο καρκίνος μαστού να επανέλθει ή να κάνει μετάσταση μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.

Το γονιδιακό τεστ, που ονομάστηκε MammaPrint, μετρά τη δραστηριότητα 70 γονιδίων, τα οποία ελέγχουν την ανάπτυξη και τη διασπορά του καρκίνου, και μπορεί να αναγνωρίσει τις γυναίκες που διατρέχουν μικρό κίνδυνο επαναφοράς της ασθένειας, οι οποίες, άρα, έχουν πολύ λίγα να κερδίσουν κάνοντας τη χημειοθεραπεία.

Η εκπρόσωπος της εταιρίας, που ανέπτυξε το τεστ, δήλωσε: "Η διαφορά του 1.5% στα ποσοστά επιβίωσης μεταξύ των ασθενών που έκαναν χημειοθεραπεία κι εκείνων που δεν έκαναν, δεν είναι στατιστικά σημαντική, ειδικά αν αναλογιστούμε τις ανεπιθύμητες ενέργειες που έχει η θεραπεία: κούραση, γνωστικά προβλήματα, εμετούς, εξάντληση και παρατεταμένη διακοπή στο καθημερινό πρόγραμμα".

Σε κάθε περίπτωση, άσχετα με το τι λένε τα ποσοστά, είναι μια σημαντική απόφαση που θα πάρει κάθε γυναίκα μόνη της και σε συνεννόηση με τον γιατρό της, καθώς δεν είναι εύκολη και δεν πρέπει να ληφθεί ελαφρά τη καρδία.

Σύμφωνα με τα όσα είπαν οι ερευνητές στο The New England Journal of Medicine, όπου δημοσιεύθηκαν τα αποτελέσματα, τα όσα βρήκαν θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε 40.000 γυναίκες τον χρόνο στις ΗΠΑ και σε 70.000 τον χρόνο στην Ευρώπη. Πρόκειται για ασθενείς που διαγιγνώσκονται όσο η ασθένεια είναι ακόμη σε πολύ αρχικό στάδιο.

Η μοριακή βιολόγος και επικεφαλής του προγράμματος για τον καρκίνο του μαστού στο Κέντρο Καρκίνου Helen Diller Family, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Σαν Φρανσίσκο, και μία εκ των συγγραφέων της μελέτης, Laura van 't Veer, ήταν εκείνη που ξεκίνησε την έρευνα, που οδήγησε στο γονιδιακό τεστ, από ευρήματα που προέκυψαν, ενώ εργαζόταν Ινστιτούτο Καρκίνου στην Ολλανδία.