Μόνο σε λίγες μετρήσεις του Δείκτη Καλύτερης Ζωής του ΟΟΣΑ, πάει καλά η Ελλάδα, τελικά. Κατατάσσεται πάνω από τον μέσο όρο στην κατάσταση της υγείας και την ισορροπία εργασίας-προσωπικής ζωής, αλλά βρίσκεται κάτω του μέσου όρου από πλευράς εισοδήματος και πλούτου, συμμετοχής στα κοινά, στέγασης, ποιότητας του περιβάλλοντος, υποκειμενικής ευημερίας, κοινωνικής σύνδεσης, θέσεων εργασίας και αποδοχών.

Αυτό δείχνει μια νεώτερη "ανάγνωση" των στοιχείων του Δείκτη Καλύτερης Ζωής του ΟΟΣΑ, σε ότι αφορά τη χώρα μας, βάσει στοιχείων του 2016.

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη νεώτερη ανάλυση, "μπορεί το χρήμα να μην αγοράζει την ευτυχία, είναι όμως ένα σημαντικό μέσο για την επίτευξη υψηλότερων προδιαγραφών διαβίωσης. Στην Ελλάδα, το μέσο καθαρό προσαρμοσμένο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο είναι 18.099 δολάρια το χρόνο, λιγότερο από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που φτάνει τα 29.016 δολάρια το χρόνο. Υπάρχει ένα σημαντικό χάσμα μεταξύ των πλουσιότερων και φτωχότερων - το 20% του πληθυσμού με τα υψηλότερα εισοδήματα κερδίζει  πάνω από έξι φορές το εισόδημα του χαμηλότερου 20% του πληθυσμού".

Όσον αφορά την απασχόληση, περίπου 49% των ατόμων ηλικίας 15 έως 64 ετών στην Ελλάδα έχουν αμειβόμενη εργασία, ποσοστό όχι μόνο χαμηλότερο από το 66% που είναι ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ για την απασχόληση, αλλά το χαμηλότερο ποσοστό στον ΟΟΣΑ. Περίπου 58% των ανδρών έχουν αμειβόμενη εργασία και το 41% των γυναικών. Πάνω από 6% των απασχολουμένων εργάζονται πάρα πολλές ώρες, έναντι του 13% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Συγκεκριμένα, το 8% των ανδρών εργάζονται πάρα πολλές ώρες σε σύγκριση με το 4% των γυναικών.

Η καλή εκπαίδευση και οι δεξιότητες είναι σημαντικές προϋποθέσεις για την εξεύρεση εργασίας. Στην Ελλάδα, το 68% των ενηλίκων ηλικίας 25-64 ετών έχουν ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ποσοστό λιγότερο από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ 76%. Συναντάται περισσότερο  στις γυναίκες, καθώς το 67% των ανδρών έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς το λύκειο έναντι 70% των γυναικών. Όσον αφορά την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος, ο μέσος μαθητής σκόραρε 466 στην ικανότητα ανάγνωσης, μαθηματικών και επιστήμης στο πρόγραμμα του ΟΟΣΑ για τη Διεθνή Αξιολόγηση Μαθητών (PISA), όταν η μέση βαθμολογία στον ΟΟΣΑ είναι 497. Κατά μέσο όρο στην Ελλάδα, τα κορίτσια ξεπέρασαν τα αγόρια κατά 19 μονάδες, ξεπερνώντας το μέσο όρο του ΟΟΣΑ κατά 8 μονάδες.

Όσον αφορά την υγεία, το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση στην Ελλάδα είναι σχεδόν 81 χρόνια, ένα χρόνο μεγαλύτερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που είναι τα 80 χρόνια. Το προσδόκιμο ζωής για τις γυναίκες είναι τα 84 χρόνια, έναντι των 79 για τους άνδρες. Το επίπεδο της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από μικροσκοπικά σωματίδια PM2.5 είναι 15,4 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, υψηλότερο από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ που φτάνει τα 14,05 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο. Η Ελλάδα έχει επίσης χαμηλότερη ποιότητα υδάτων, κάτω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, καθώς το 69% των ατόμων δηλώνουν ότι είναι ικανοποιημένοι με την ποιότητα των υδάτων τους, έναντι 81% στον ΟΟΣΑ, καταλαμβάνοντας τις χαμηλότερες θέσεις των μετρήσεων στον Οργανισμό.

Όσον αφορά τα κοινά, υπάρχει μια μέτρια αίσθηση της κοινότητας και μέτρια επίπεδα συμμετοχής των πολιτών στα κοινά στην Ελλάδα. Το 83% των ανθρώπων πιστεύουν ότι γνωρίζουν κάποιον που θα μπορούσε να επικαλεστεί σε ώρα ανάγκης, χαμηλότερα από το 88% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Η προσέλευση των ψηφοφόρων, ένα μέτρο συμμετοχής των πολιτών στην πολιτική διαδικασία, ήταν μόνο 64% κατά τη διάρκεια των πρόσφατων εκλογών, κάτω από το 68% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Η κοινωνική και οικονομική κατάσταση μπορεί να επηρεάσει τα ποσοστά ψήφου. Η προσέλευση των ψηφοφόρων στο 20% του πληθυσμού των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων φθάνει το 67% και χαμηλότερο 20% στο 55%, ποσοστά χαμηλότερα κατά 13 μονάδες κάτω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Σε γενικές γραμμές, οι Έλληνες είναι λιγότερο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Όταν του ζητήθηκε να βαθμολογήσουν γενική ικανοποίησή τους από τη ζωή σε μια κλίμακα 0-10, Έλληνες έδωσαν βαθμό 5,6, περίπου μια μονάδα κάτω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ που είναι  6,5.