Στη νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Microbiome», επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Κορνέλ στη Νέα Υόρκη, υπέβαλαν σε διάφορες εξετάσεις τους εθελοντές τους, αναζητώντας, μεταξύ άλλων, δείκτες της φλεγμονής στο αίμα τους.

Πέραν του ευρήματος που αφορά στο μικροβίωμα του εντέρου, η μελέτη έδειξε ακόμα ότι στους ασθενείς ήταν αυξημένα τα επίπεδα των λιποπολυσακχαριδών (LPS) του αίματος.

Οι λιποπολυσακχαρίδες είναι ομάδα βακτηριακών ενδοτοξινών, που υποδηλώνει την είσοδο βακτηρίων στο αίμα και την πρόκληση φλεγμονής. Με βάση τις διαφοροποιήσεις στο μικροβίωμα του εντέρου και τα επίπεδα των λιποπολυσακχαριδών, οι ερευνητές μπόρεσαν να διαγνώσουν με ακρίβεια, περισσότερο από το 83% των κρουσμάτων του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης.

«Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι υπάρχει σαφής βιολογική διαφορά μεταξύ των ασθενών και των υγιών ατόμων» δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια Δρ Μορίν Ρ. Χάνσον, καθηγήτρια μοριακής βιολογίας στο Κορνέλ. 

«Η άποψη ότι το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης είναι ψυχολογική νόσος πρέπει, πλέον, να εγκαταλειφθεί. Παρόλο που η μελέτη μας κατέδειξε κάποιους δείκτες, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν σε ένα διαγνωστικό τεστ, από μόνοι τους δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέθοδος οριστικής διάγνωσης. Είναι, όμως, χρήσιμοι, αφού παρέχουν μια βιολογική εξήγηση για τα συμπτώματα των ασθενών».