Μια ευρωπαϊκή κοινοπραξία έχει συσταθεί για την αντιμετώπιση της πολυφαρμακίας και των σχετιζόμενων με αυτή επιπτώσεων εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού. Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SIMPATHY (Stimulating Innovation Management of Polypharmacy and Adherence in the Elderly), χρηματοδοτείται κατά 80% από την ΕΕ και έχει διάρκεια 2 έτη (2015- 2017). Κύριο στόχο αποτελεί η ενίσχυση, προώθηση και υποστήριξη της καινοτομίας σε όλη την ΕΕ, όσον αφορά τη διαχείριση της πολυφαρμακίας και τη συμμόρφωση στη θεραπεία των ηλικιωμένων, προκειμένου να επιτευχθούν η βέλτιστη αποτελεσματικότητα των θεραπειών, η βελτίωση του επιπέδου υγείας των ηλικιωμένων και η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών συστημάτων υγείας.

Το πρόγραμμα ηγείται από το Υπουργείο Υγείας της Σκωτίας και συμμετέχουν 10 οργανισμοί από όλη την Ευρώπη και συγκεκριμένα: Scottish Government (Σκωτία) The Robert Gordon University (Ηνωμένο Βασίλειο), Uppsala Lans Landsting (Σουηδία), Fundacio Privada Clinic per ala Recerca Biomedica (Ισπανία), Northern Healthand Social Services Trust (Ηνωμένο Βασίλειο), Medizinische Hochschule Hannover (Γερμανία), Universidade de Coimbra (Πορτογαλία), Azienda Ospedaliera Universitaria Federico II (Ιταλία), Universytet Medyczny Lodzi (Πολωνία).

 Η συμμετοχή της Ελλάδας εκπροσωπείται από το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου υπό την επιστημονική ευθύνη της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Οικονομικών της Υγείας, κ. Μαίρης Γείτονα.

Τα ζητήματα που απασχολούν την κοινοπραξία και θα διερευνηθούν εστιάζονται στη συνεχώς αυξανόμενη γήρανση του πληθυσμού και στις σχετιζόμενες με αυτή επιδημιολογικές, υγειονομικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Η αύξηση της συν-νοσηρότητας του πληθυσμού και κατ’ επέκταση η πολυφαρμακία και η μη συμμόρφωση στη θεραπεία αποτελούν τις μεγαλύτερες προκλήσεις στη δημόσια υγεία και στα συστήματα υγείας γενικότερα. Η συν-νοσηρότητα αυξάνει σημαντικά με την ηλικία, συνδέεται με υψηλή οικονομική επιβάρυνση εξαιτίας των σύνθετων αναγκών υγείας και της αυξημένης ζήτησης υπηρεσιών υγείας. Επιπρόσθετα, επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων, καθόσον σχετίζεται με πολλαπλά συμπτώματα, αναπηρίες, όπως περιορισμένες δραστηριότητες της καθημερινής ζωής, μειωμένη κινητικότητα κ.ά.

Σύμφωνα με σχετική έρευνα στη Γερμανία, το 2011 διαπιστώθηκε ότι:

α) οι ασθενείς με συν-νοσηρότητα πάσχουν τουλάχιστον από τρία μακροχρόνια νοσήματα, όπως καρδιαγγειακά (87,7%), μεταβολικά (62,2%), και ρευματοειδή (40,2%) και

β) το κόστος νοσηλείας αυτών είναι 3 φορές μεγαλύτερο σε σύγκριση με τους λοιπούς νοσηλευθέντες, επηρεάζοντας τη χρήση και την ποιότητα της φροντίδας υγείας καθώς και τα οικονομικά του συστήματος υγείας(Vanden Busscheet al.2011).

Είναι πλούσια η βιβλιογραφία σχετικά με τη θεωρητική και εμπειρική προσέγγιση της πολυφαρμακίας. Οι επιστημονικές απόψεις συγκλίνουν ότι η πολυφαρμακία ορίζεται ως η λήψη άνω των πέντε φαρμάκων και διακρίνεται στην κατάλληλη και ακατάλληλη. Κατάλληλη περίπτωση πολυφαρμακίας αποτελεί η δευτερογενής πρόληψη του εμφράγματος του μυοκαρδίου, όπου συχνά απαιτείται η λήψη τεσσάρων διαφορετικών κατηγοριών φαρμάκων και η πολυφαρμακία είναι λογική και απαραίτητη.

Η ακατάλληλη πολυφαρμακία αναφέρεται όταν ένα ή περισσότερα φάρμακα που συνταγογραφούνται δεν είναι απαραίτητα, είτε επειδή δεν υπάρχει καμία ένδειξη βάσει αποδεικτικών στοιχείων, είτε εξαιτίας της αποτυχίας του θεραπευτικού στόχου και πρόκλησης ανεπιθύμητων ενεργειών, είτε τέλος γιατί ο ασθενής δεν συμμορφώνεται με τη θεραπεία. Εκτιμάται ότι διεθνώς 3-6% του συνόλου των εισαγωγών στα νοσοκομεία οφείλεται στην ακατάλληλη πολυφαρμακία, ενώ αντίστοιχες μελέτες στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρουν 2-19% των εισαγωγών και 10,1% αντίστοιχα οφείλονται στην πολυφαρμακία, οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί (Ballaetal.2003).

Ως βασικοί λόγοι επαύξησης της νοσηλείας των ηλικιωμένων αναφέρονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούνται από τη λήψη πολλών φαρμάκων, οι οποίες μπορεί να προληφθούν μέσω της κατάλληλης επιλογής της φαρμακευτικής αγωγής και της παρακολούθησης, καθώς και η δυσκολία τήρησης της φαρμακοθεραπείας από τους ηλικιωμένους. Η μη συμμόρφωση των ηλικιωμένων στα συνταγογραφούμενα φάρμακα αποτελεί σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας, με πληθώρα ερευνών να δείχνουν ότι το 50%- 80% των ασθενών με μακροχρόνιες ασθένειες δεν τηρούν την φαρμακευτική αγωγή. Η μη συμμόρφωση έχει εκτιμηθεί ότι είναι υπεύθυνη για το 48% των θανάτων από άσθμα, 80% των θανάτων σε διαβητικούς και ότι ο κίνδυνος για θάνατο από έμφραγμα είναι 3,8 φορές αυξημένος (Elliot2009). Δεδομένα της Eurostat του 2011 αναφέρουν ότι η μη συμμόρφωση στις θεραπείες κοστίζει περίπου € 125 δις ετησίως, όταν το σύνολο των δαπανών υγείας σε ολόκληρη την ΕΕ προσεγγίζει τα €1,300 δις.

Ως εκ τούτου, πέρα των αρνητικών επιπτώσεων στη δημόσια υγεία και στην έκβαση της υγείας των μεμονωμένων ασθενών, η πολυφαρμακία και η μη συμμόρφωση στη θεραπεία επιφέρουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις. Η μείωση της πολυφαρμακίας αναμένεται ότι θα επιτύχει μακροπρόθεσμα άμεσα και έμμεσα οικονομικά οφέλη, όπως τη μείωση του κόστους συνταγογράφησης, νοσηλείας και της επαφής με τους επαγγελματίες υγείας. Πιο συγκεκριμένα, στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτιμούν ότι ο έλεγχος της πολυφαρμακίας και της συμμόρφωσης των ηλικιωμένων θα μειώσει τη φαρμακευτική δαπάνη στο σύνολο της ΕΕ από €6 μέχρι €8 δις, ποσό που αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 2% των συνολικών δαπανών υγείας, θα αποφευχθούν κόστη (€5δις) από τις ανεπιθύμητες ενέργειες, €93δις από την παροχή υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας, το καθαρό όφελος παραγωγικότητας θα φτάσει στα €85 δις και €4.8 εκατ., τα σχετιζόμενα λοιπά οφέλη.

Πίσω από αυτή τη συντονισμένη προσπάθεια της ΕΕ και των συμμετεχόντων χωρών (SIMPATHY partners) υποκρύπτεται η διαπίστωση ότι τα υφιστάμενα πρότυπα παροχής υγειονομικής περίθαλψης σχεδόν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και σε αυτές με προηγμένα συστήματα υγείας, υστερούν στην ανάδειξη πρωτοβουλιών σχετικά με καλές πρακτικές συνταγογράφησης, τον έλεγχο της πολυφαρμακίας και των σχετιζόμενων με αυτή επιπτώσεις.

Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η δημιουργία μιας ενιαίας, συντονισμένης, ασφαλούς και αποτελεσματικής αντιμετώπισης στο επίπεδο της ΕΕ, στοχεύοντας στην καλύτερη ποιότητα ζωής των ασθενών, στην τεκμηριωμένη και έλλογη μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης και των κοινωνικών πόρων και κατ’ επέκταση στην επίτευξη της βιωσιμότητας των συστημάτων υγείας.

Ευελπιστούμε ότι η συμμετοχή της χώρας σε τέτοιες σημαντικές πρωτοβουλίες, θα αποφέρει σημαντικά οφέλη και θα αναδείξει εναλλακτικές πρακτικές – πολιτικές οι οποίες είναι απαραίτητες την παρούσα κοινωνική και οικονομική συγκυρία.

*H κ. Μαίρη Γείτονα είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Οικονομικής Ανάλυσης Κοινωνικής Πολιτικής & Οικονομικών της Υγείας