Η εμφάνιση αυτών των νοσημάτων είναι ιδιαίτερα αυξημένη στις ασθενείς που αντιμετωπίζουν πρόβλημα βάρους, ενώ για τη διάγνωση και τη διαχείρισή τους απαιτούνται ειδικές παρεμβάσεις, σύμφωνα με τις οδηγίες του Αμερικανικού Κολλεγίου Μαιευτήρων & Γυναικολόγων (ACOG) και της Ενδοκρινολογικής Εταιρείας των ΗΠΑ.

Οι δύο οργανισμοί αναφέρουν ότι, εξαιτίας της πολύ αυξημένης συχνότητας αυτών των επιπλοκών, όλες οι γυναίκες που πάσχουν από το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, θα πρέπει κάθε 2 έως 5 χρόνια να κάνουν καμπύλη σακχάρου, για να ελέγχεται αν πάσχουν από διαταραγμένη αντοχή στη γλυκόζη, που αποτελεί πρόδρομη κατάσταση του διαβήτη. Επίσης κάθε 2 χρόνια πρέπει να ελέγχονται για δυσλιπιδαιμία (αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων), δίνοντας αίμα νηστικές.

Δυστυχώς, όμως, περισσότεροι από ένας στους τέσσερις γιατροί δεν θα ζητούσαν καμία αιματολογική εξέταση, τουλάχιστον στις μισές ασθενείς τους κατά την πρώτη επίσκεψη, σύμφωνα με έρευνα του ACOG, που δημοσιεύθηκε προ διμήνου στο περιοδικό American Journal Obstetrics & Gynecology. Για να ελέγξουν, εξάλλου, αν αντιμετωπίζουν πρόβλημα σακχάρου, οι μισοί θα ζητούσαν μέτρηση της HbA1c και πάνω από τέσσερις στους δέκα θα ζητούσαν σάκχαρο νηστείας. Μόλις το 7% θα ζητούσε καμπύλη σακχάρου και λίγο πάνω από τους μισούς θα ζητούσαν έλεγχο και των λιπιδίων.

Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι πρέπει να αυξηθεί η ενημέρωση των μαιευτήρων-γυναικολόγων για τις μεταβολικές συνέπειες του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών, ώστε να ελέγχουν πιο εντατικά τις ασθενείς τους, σημειώνουν οι επιστήμονες του ACOG στο άρθρο τους.

«Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) αποτελεί ένα σύνολο ετερογενών στοιχείων, τα οποία καλύπτουν μεγάλο φάσμα κλινικών εκδηλώσεων, από τις πιο ήπιες, όπως οι διαταραχές περιόδου, έως τις πιο σοβαρές, όπως ο κίνδυνος ανάπτυξης σακχαρώδους διαβήτη. Τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως στην εφηβεία, αν και σε πολλές γυναίκες μπορεί να εμφανιστούν αργότερα. Πρόκειται για μια συχνή διαταραχή που απαντά στο 10% έως 15% των γυναικών» λέει ο μαιευτήρας-χειρουργός γυναικολόγος Δρ. Ιωάννης Π. Βασιλόπουλος, MD, MSc, ειδικός στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και ιδρυτικό μέλος του Institute of Life-ΙΑΣΩ.

«Παρότι η παθοφυσιολογία του είναι πολύπλοκη και δεν είναι πλήρως εξακριβωμένο πού οφείλεται, στη βάση του βρίσκεται η αυξημένη αντοχή στην ινσουλίνη. Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται στο πάγκρεας και ρυθμίζει τα επίπεδα της γλυκόζης (σακχάρου) του αίματος. Όταν ένα άτομο χρειάζεται υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης, για να διατηρεί στα φυσιολογικά όρια τα επίπεδα της γλυκόζης, θεωρούμε ότι παρουσιάζει αντίσταση στην ινσουλίνη. Αν μια γυναίκα δεν έχει αυξημένη αντοχή στην ινσουλίνη, η οποία μπορεί να διαγνωστεί με μια καμπύλη ινσουλίνης, είναι απίθανο να πάσχει από σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών».

Πώς μπαίνει η διάγνωση

Για να διαγνωστεί μία γυναίκα με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών πρέπει να πληροί τουλάχιστον δύο από τρία συγκεκριμένα συμπτώματα (κριτήρια του Rotterdam): να έχει ασταθή έμμηνο ρύση, υπερπαραγωγή ορμονών του ανδρικού φύλου (ανδρογόνα) ή/και πολλές κύστεις στις ωοθήκες.

Τα συμπτώματα αυτά ευθύνονται για διάφορες επιμέρους εκδηλώσεις του συνδρόμου, όπως είναι η αυξημένη τριχοφυΐα στο πρόσωπο και στο σώμα (υπολογίζεται ότι προσβάλλει το 70-80% των ασθενών έναντι του 4-11% στις γυναίκες χωρίς το σύνδρομο), η αυξημένη λιπαρότητα και η ακμή των ενηλίκων, η σοβαρή εφηβική ακμή, καθώς και η αραίωση των μαλλιών και η ανδρικού τύπου αλωπεκία (τριχόπτωση), που οφείλονται στην υπερπαραγωγή των ανδρογόνων. Πολύ συνηθισμένη, εξάλλου, είναι η αύξηση του σωματικού βάρους και η παχυσαρκία, με συσσώρευση των περιττών κιλών γύρω από την κοιλιά - ένα σύμπτωμα που παρατηρείται σε μία στις δύο γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.

«Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι τόσο οι κανονικού βάρους, όσο και οι υπέρβαρες γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, παρουσιάζουν αντίσταση στην ινσουλίνη και υπερινσουλιναιμία, που σχετίζονται με μη ικανοποιητική ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα (προδιαβήτη) ή ακόμη και με σακχαρώδη διαβήτη. Έτσι, ποσοστό τουλάχιστον 10% των παχύσαρκων γυναικών με σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών αναπτύσσει διαβήτη τύπου 2. Επιπλέον οι γυναίκες που είναι παχύσαρκες και ταυτόχρονα έχουν αντοχή στην ινσουλίνη ή διαβήτη, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου, ενώ το 30% των γυναικών με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών μπορεί να παρουσιάσει και άπνοια στον ύπνο» εξηγεί ο Δρ. Βασιλόπουλος.

«Άλλα νοσήματα που μπορεί να εκδηλώσουν οι γυναίκες με το σύνδρομο, ειδικά αν είναι παχύσαρκες, είναι η υπέρταση, η προεκλαμψία, οι διαταραχές στα λιπίδια του αίματος (π.χ. αυξημένα τριγλυκερίδια, χαμηλή καλή ή HDL χοληστερίνη), το μεταβολικό σύνδρομο (είναι μία ομάδα διαταραχών, που συνεπάγονται σημαντικά αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου), η μη αλκοολική λιπώδης νόσος ήπατος (είναι γνωστή σαν λίπος στο συκώτι) και ο καρκίνος του ενδομητρίου (επειδή το τοίχωμα της μήτρας εκτίθεται διαρκώς σε υψηλά επίπεδα ορμονών)».

Έχει υπολογιστεί ότι στις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών το μεταβολικό σύνδρομο είναι τουλάχιστον δύο φορές συχνότερο απ’ ό,τι στις γυναίκες χωρίς πολυκυστικές ωοθήκες, ενώ οι πιθανότητες των ασθενών να εκδηλώσουν τύπου 2 διαβήτη είναι τουλάχιστον τετραπλάσιες απ’ ό,τι στις γυναίκες με υγιείς ωοθήκες. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες με το σύνδρομο, που ταυτόχρονα έχουν διαβήτη, έχουν σχεδόν τα διπλάσια ποσοστά υπέρτασης (40% έναντι 22%) και περισσότερες πιθανότητες διαβήτη κύησης (28% έναντι 18%). Όταν, τέλος, είναι παχύσαρκες, έχουν αυξημένη πιθανότητα να πάσχουν από κακοήθη (ή νοσογόνο) παχυσαρκία.

Ακόμα πιο σοβαρό είναι το γεγονός ότι «πολλά από τα προβλήματα που έχουν οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών επιμένουν ή και εντείνονται μετά την κλιμακτήριο, διότι κατ’ αυτήν διακόπτεται η παραγωγή οιστρογόνων και όχι των ανδρογόνων» προειδοποιεί ο Δρ. Βασιλόπουλος.

«Έτσι, η γυναίκα μπορεί να εξακολουθήσει να έχει αυξημένη τριχοφυϊα, ενώ η αραίωση των μαλλιών και η ανδρικού τύπου αλωπεκία τείνουν να επιδεινώνονται. Επιπλέον ο κίνδυνος καρδιαγγειακών επιπλοκών και διαβήτη αυξάνεται περισσότερο, διότι χάνεται η προστατευτική δράση των οιστρογόνων. Έχει, λοιπόν, ζωτική σημασία να συνεχιστεί το συστηματικό τσεκάπ και να ακολουθήσουν οι ασθενείς μερικές βασικές συμβουλές, όπως να χάσουν βάρος (η απώλεια του 5% ή περισσότερου από το αρχικό βάρος μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο διαβήτη), να τρέφονται υγιεινά, να γυμνάζονται συστηματικά και να αποφεύγουν το κάπνισμα, ώστε να μειωθούν οι πρόσθετοι κίνδυνοι που διατρέχουν».