Η μελέτη του Ερευνητικού Ινστιτούτου Κλιματικής Αλλαγής και Περιβάλλοντος της London School of Economics (LSE) διήρκεσε πέντε χρόνια (2009-2014) και έδειξε ότι, κάθε αύξηση των επιπέδων διοξειδίου του αζώτου (NO2), κατά μόλις ένα μικρογραμμάριο ανά κυβικό μέτρο αέρα, συνοδευόταν από αύξηση κατά 2% στα τροχαία ατυχήματα στα αστικά κέντρα.

Ο επικεφαλής ερευνητής Lutz Sager και οι συνεργάτες του χώρισαν τη Βρετανία σε 32 περιοχές, κάθε μία από τις οποίες κάλυπτε 7.700 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Υπολόγισαν ότι στην περιοχή του Δυτικού Λονδίνου, όπου παρατηρείται έντονο κυκλοφοριακό πρόβλημα κι έχει τεράστιο θέμα ατμοσφαιρικής ρύπανσης, μια μείωση της τάξης του 30% στη συγκέντρωση διοξειδίου του αζώτου, θα μπορούσε να μειώσει τον αριθμό των ατυχημάτων, που καθημερινά γίνονται στους δρόμους, σχεδόν κατάν 5%.

«Αν και οι αρνητικές συνέπειες της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην υγεία είναι καλά τεκμηριωμένες, η μελέτη μας είναι η πρώτη που αξιολογεί τις δυνητικές επιδράσεις στην οδική ασφάλεια» δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής.

«Η ανάλυσή μας ανίχνευσε μία αιτιώδη συσχέτιση μεταξύ της ρύπανσης και των τροχαίων, αλλά μόνο εικασίες μπορώ να κάνω για τις αιτίες της. Η κύρια θεωρία μου είναι ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση επηρεάζει την φυσική κατάσταση των οδηγών. Άλλες πιθανές αιτίες είναι σωματικές συνέπειες, που αποσπούν την προσοχή από την οδήγηση (π.χ. κνησμός στη μύτη) ή μείωση της ορατότητας».

Η ατμοσφαιρική ρύπανση οφείλεται σε πολλούς και διαφορετικούς ρύπους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται το μονοξείδιο του άνθρακα, το διοξείδιο του θείου, τα μικροσκοπικά αιωρούμενα σωματίδια και το όζον. Όμως από αυτά, κυρίως το διοξείδιο του αζώτου και ίσως κάποια άλλα αέρια εμπλέκονται στα τροχαία και όχι τα μικροσκοπικά αιωρούμενα σωματίδια, που διεισδύουν στους πνεύμονες και προκαλούν βλάβες στην υγεία.