Τη µεγαλύτερη ιδιωτική δαπάνη για την υγεία ως ποσοστό του µέσου προϋπολογισµού των νοικοκυριών, παρουσιάζουν η Ελλάδα και η Βουλγαρία με 7,5%  και 6,5% αντίστοιχα, όταν στην Ιταλία διαθέτουν το 4,9%, στην Ισπανία το 3,5%, στη Νορβηγία το 2,6%, τη Δανία το 2,4% και στο Ηνωμένο Βασίλειο 1,6%.

Στην Ελλάδα η πορεία συμμετοχής των νοικοκυριών στις δαπάνες υγείας τείνει αυξανόμενη από το 2011 μέχρι το 2015. Η μηνιαία δαπάνη ξεκίνησε το 2011 στα 114,58 ευρώ και μέχρι πέρυσι έπεσε στα 107,6 ευρώ, με χαμηλότερη τη δαπάνη του 2013 στα 104,44 ευρώ. Εντούτοις, πέρυσι, το ποσό αυτό αφορούσε το 7,5% του εισοδήματος, ενώ το 2011 αφορούσε το 6,3%.

Σε Ελλάδα, Ιταλία και Βουλγαρία το σχετικά µεγαλύτερο µερίδιο των δαπανών (τρέχουσες τιµές) του µέσου προϋπολογισµού των νοικοκυριών αφορά στα είδη διατροφής, σε ποσοστά 20,7%, 23,7% και 36,7%, αντίστοιχα.

Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από την δειγµατοληπτική Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισµών (ΕΟΠ) για το 2015 που διενήργησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) σε δείγµα 6.150 ιδιωτικών νοικοκυριών στο σύνολο της χώρας.

Σύμφωνα με την έρευνα το 2015, η µέση µηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών, ανήλθε στα 1.419,57 ευρώ, καταγράφοντας µείωση κατά 2,8% ή 40,95 ευρώ, σε σύγκριση µε το 2014. Σε πραγµατικούς όρους, η µέση µηνιαία δαπάνη µειώθηκε κατά 1,2% ή 16,82 ευρώ, λόγω της επίδρασης του πληθωρισµού, σύµφωνα µε τον ∆είκτη Τιµών Καταναλωτή του έτους 2015.

Το µεγαλύτερο µερίδιο των δαπανών του µέσου προϋπολογισµού των ελληνικών νοικοκυριών αφορά στα είδη διατροφής (20,7%) και ακολουθούν η στέγαση (13,3%) και οι µεταφορές (12,8%), ενώ οι υπηρεσίες εκπαίδευσης αντιστοιχούν στο µικρότερο µερίδιο των δαπανών (3,3%).

Αναλυτικότερα, σε τρέχουσες τιµές η ποσοστιαία κατανοµή των δώδεκα κατηγοριών έχει ως εξής: είδη διατροφής 20,7%, στέγαση 13,3%, µεταφορές 12,8%, ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια 9,9%, διάφορα αγαθά και υπηρεσίες 9,0%, υγεία 7,5%, είδη ένδυσης και υπόδησης 5,8%, διαρκή αγαθά 5,0%, αναψυχή και πολιτισµός 4,7%, επικοινωνίες 4,1%, οινοπνευµατώδη ποτά και καπνός 4,0% και εκπαίδευση 3,3%.

Σε σχέση µε την προηγούµενη έρευνα (2014), η µεγαλύτερη μείωση δαπανών (µείωση 8,6%) παρατηρείται στα διαρκή αγαθά, ενώ ακολουθούν η δαπάνη για εκπαίδευση  (µείωση 8,1%) και τα διάφορα αγαθά και υπηρεσίες (µείωση 5,3%).  Ένδεκα από τις δώδεκα  κατηγορίες δαπανών παρουσιάζουν µείωση δαπανών (µε τη µικρότερη της τάξεως του 1,1% στην αναψυχή και τον πολιτισµό).

 Η µόνη κατηγορία για την οποία παρατηρείται αύξηση της µέσης µηνιαίας δαπάνης είναι η υγεία (1,2%).

Ανισότητα

Το µερίδιο της µέσης ισοδύναµης δαπάνης (αγορές, τρέχουσες τιµές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσµού είναι 5,6 φορές µεγαλύτερο από το µερίδιο της µέσης ισοδύναµης δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσµού (ίδια τιµή και για το 2014). Ο δείκτης µειώνεται στο 4,4, όταν συµπεριληφθούν στην καταναλωτική δαπάνη και οι τεκµαρτές δαπάνες (τελική καταναλωτική δαπάνη).

• Το µερίδιο της µέσης ισοδύναµης δαπάνης για είδη διατροφής των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσµού ανέρχεται στο 31,3% των δαπανών των νοικοκυριών της χώρας, ενώ το αντίστοιχο µερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσµού ανέρχεται στο 14,2%.

O κίνδυνος φτώχειας απειλεί το 19,7% του πληθυσµού της χώρας, όταν στον υπολογισµό του δείκτη λαµβάνεται υπόψη µόνο η ισοδύναµη δαπάνη µε τρόπο κτήσεως την αγορά (20,6% το 2014), ενώ ο δείκτης µειώνεται στο 13,2% του πληθυσµού (14,0% το 2014), όταν λαµβάνονται υπόψη όλες οι καταναλωτικές δαπάνες, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσεως (τεκµαρτό ενοίκιο από ιδιοκατοίκηση, ιδιοπαραγόµενα αγαθά, αγαθά και υπηρεσίες παρεχόµενες δωρεάν από τον εργοδότη, άλλα νοικοκυριά, µη κερδοσκοπικούς οργανισµούς, κράτος κλπ).

Η µέση µηνιαία ισοδύναµη δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών εκτιµάται στο 32,6% των δαπανών των µη φτωχών νοικοκυριών. Τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν το 31,3% του µέσου προϋπολογισµού τους σε είδη διατροφής, ενώ τα µη φτωχά το 19,7%. Λόγω της σύνθεσης των φτωχών νοικοκυριών (ηλικιωµένοι, ανασφάλιστοι, κλπ.), η δαπάνη τους για την υγεία ανέρχεται στο 8,5% του µέσου προϋπολογισµού τους, ενώ η αντίστοιχη δαπάνη των µη φτωχών ανέρχεται στο 7,8%.