Η ραγοειδίτιδα είναι "ορφανό" νόσημα, σπάνιο. Στον αναπτυγμένο κόσμο σημειώνονται 30-50 περιστατικά ανά 100.000 πληθυσμού. 

Σύμφωνα με τα όσα είπε σε συνέντευξη τύπου για το θέμα ο οφθαλμίατρος Νικόλαος Μαρκομιχελάκης, επιστημονικός υπεύθυνος του Ινστιτούτου Οφθαλμικής Φλεγμονής και Παθολογίας Οφθαλμού: «Οι ραγοειδίτιδες αποτελούν μια ετερογενή ομάδα σπάνιων νοσημάτων, που προσβάλλουν κυρίως τις ηλικιακές ομάδες, που αποτελούν τον ενεργό πληθυσμό, από 20 έως τα 60 χρόνια της ηλικίας. Η αιτιολογία της πάθησης είναι αντίστοιχη με αυτή που αναφέρεται και στον υπόλοιπο κόσμο, όπως και οι κλινικές εκδηλώσεις τους, δηλαδή πόνος, φωτοφοβία, ερυθρότητα, θόλωση όραση και μυοψίες».

Οι ραγοειδίτιδες εκδηλώνονται ως ένα χρόνιο νόσημα, που μπορεί να παρουσιάζει περιόδους σταθερότητας και εξάρσεις και έχει σημαντική επίπτωση στην όραση των ασθενών, καθώς προκαλεί σοβαρή μείωση όρασης στο 35% των ασθενών και τύφλωση στο 10%, ενώ οι επιπλοκές της, όπως το γλαύκωμα και ο καταρράκτης, είναι πιο συχνές με τη διάρκεια της νόσου. 

Η διάγνωση της ραγοειδίτιδας γίνεται με συνδυασμό κλινικής εξέτασης και εργαστηριακών ευρημάτων (απεικονιστικών και άλλων μεθόδων). Επειδή έως και στο 25% των περιπτώσεων η αιτία είναι κάποια λοίμωξη, το πρώτο που πρέπει αρχικά να διευκρινιστεί είναι αν η ραγοειδίτιδα είναι λοιμώδης ή όχι.

Όπως εξήγησε η επίκουρη καθηγήτρια οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης Οφθαλμικών Φλεγμονών και Λοιμώξεων (ΕΕΜΟΦΛ), Σοφία Ανδρούδη: «Μέχρι σήμερα η κορτιζόνη συνιστά τη βασική θεραπεία στις μη λοιμώδεις μορφές της ραγοειδίτιδας, ενώ η αγωγή αυτή μπορεί να μην είναι αποτελεσματική σε όλους τους ασθενείς. Επιπλέον μπορεί να προκαλέσει σοβαρές, βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες, ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως γλαύκωμα, καταρράκτη, οστεοπόρωση κ.ά.».

Στη χώρα μας είναι, πια, διαθέσιμη μια νέα θεραπευτική επιλογή για τη μη λοιμώδη ραγοειδίτιδα.

Μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων να δώσει νέα ένδειξη στον βιολογικό παράγοντα adalimumab για τη θεραπεία ορισμένων μορφών μη λοιμώδους ραγοειδίτιδας, οι οφθαλμίατροι μπορούν, πλέον, να το συνταγογραφούν απευθείας στον ασθενή, χωρίς να χρειάζεται να περάσει από γνωμοδοτική επιτροπή του ΕΟΠΥΥ. 

Το adalimumab στοχεύει και βοηθά στη δέσμευση του παράγοντα TNF-α, μιας συγκεκριμένης αιτίας φλεγμονής, που μπορεί να παίζει ρόλο στη ραγοειδίτιδα. Τα αποτελέσματα τριών κύριων μελετών φάσης 3, των VISUAL-I, VISUAL-II και VISUAL-III έδειξαν ότι οι ασθενείς με ενεργή και με ελεγχόμενη μη λοιμώδη διάμεση ραγοειδίτιδα, οπίσθια ραγοειδίτιδα και πανραγοειδίτιδα, στους οποίους χορηγήθηκε adalimumab, είχαν σημαντικά μικρότερο κίνδυνο έξαρσης της νόσου ή μείωσης της οπτικής οξύτητας, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. 

Έτσι, το adalimumab είναι η πρώτη και μοναδική εγκεκριμένη βιολογική θεραπεία για τη μη λοιμώδη ενδιάμεση ραγοειδίτιδα, οπίσθια ραγοειδίτιδα και πανραγοειδίτιδα σε ενήλικες ασθενείς, με ανεπαρκή ανταπόκριση στην κορτιζόνη, σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται σταδιακή μείωσή της, καθώς και σε ασθενείς που αντενδείκνυται η θεραπεία με κορτιζόνη. 

Το adalimumab θεωρείται υπερ-φάρμακο, μιας και αυτή τη στιγμή χορηγείται για τη θεραπεία 13 διαφορετικών νοσημάτων σε περισσότερους από 1.000.000 ασθενείς, διεθνώς.