Η διεθνής επιστημονική μελέτη δείχνει ότι η «ψαλίδα» ανάμεσα στα δύο φύλα, που έχουν αυτές τις επιβλαβείς συνήθειες τείνει να κλείσει.

Μάλιστα υπάρχουν ενδείξεις ότι οι γυναίκες, που γεννήθηκαν μετά το 1981 πίνουν, πλέον, περισσότερο από τους άνδρες συνομηλίκους τους.

Τα δεδομένα προκάλεσαν έκπληξη στους ερευνητές, οι οποίοι έκαναν μετα-ανάλυση 68 διεθνών ερευνών, που δημοσιεύθηκαν μεταξύ 1980-2014 και περιελάμβαναν στοιχεία από το 1948 ακόμη για πάνω από τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι. 

Σύμφωνα με τον επικεφαλής καθηγητή Τιμ Σλέιντ, του Αυστραλιανού Πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας, που έκανε τη σχετική δημοσίευση στο Βρετανικό ιατρικό περιοδικό BMJ Open, όσο περνάνε τα χρόνια, μικραίνει η διαφορά ανάμεσα σε άνδρες και σε γυναίκες, κυρίως επειδή οι τελευταίες πίνουν παραπάνω (ενώ, από την άλλη, ουκ ολίγοι άνδρες δείχνουν μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση). Μια ανάλογη τάση έχει καταγραφεί και στο κάπνισμα, με τις γυναίκες να καπνίζουν πια περισσότερο, ενώ περισσότεροι άνδρες, πλέον, το κόβουν.

Ενδεικτικά, οι άνδρες που γεννήθηκαν μεταξύ 1891-1910, είχαν 2,2 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να πίνουν αλκοόλ από ό,τι οι γυναίκες. Όμως για τους άνδρες, που γεννήθηκαν μεταξύ 1991-2000 η «ψαλίδα» με τις γυναίκες είχε, πια, σχεδόν κλείσει (μόνο 1,1 φορά μεγαλύτερη πιθανότητα να πίνουν οι άνδρες αλκοόλ).

Αλλά και για την μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ (τα «γερά ποτήρια»), την ίδια περίοδο η «ψαλίδα» υπέρ των ανδρών συρρικνώθηκε από το 3 στο 1,2.

Οι ερευνητές, σύμφωνα με το ΑΠΕ, υπολόγισαν ότι, για κάθε πενταετία που περνούσε, το χάσμα ανάμεσα στα δύο φύλα, όσον αφορά στην κατανάλωση αλκοόλ, μειωνόταν κατά 3,2%. Η «ψαλίδα» άρχισε να κλείνει με ταχύτερο ρυθμό για τις γυναίκες και τους άνδρες που γεννήθηκαν μετά το 1966.

Μετά από αυτά οι ερευνητές επεσήμαναν: «Ιστορικά η χρήση και η κατάχρηση του αλκοόλ είχε θεωρηθεί ανδρικό φαινόμενο. Η νέα μελέτη θέτει, πλέον, σε αμφισβήτηση αυτή την υπόθεση και δείχνει ότι οι νέες γυναίκες θα πρέπει να αποτελέσουν τον κατ' εξοχήν στόχο συντονισμένων προσπαθειών για τη μείωση των συνεπειών του αλκοόλ».