Σύμφωνα με το παράδοξο της παχυσαρκίας, όπως ονομάζεται το φαινόμενο, το βέλτιστο βάρος, όσον αφορά στην επιβίωση, αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου. Εκεί που η νόσος περιορίζει το προσδόκιμο ζωής των παχύσαρκων μεσηλίκων, οι ηλικιωμένοι υπέρβαροι ή ελαφρώς παχύσαρκοι έχουν λιγότερες πιθανότητες θανάτου από καρδιαγγειακές νόσους.

Πώς, όμως, εξηγείται αυτό το φαινόμενο;

«Ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) είναι ανεπαρκής τρόπος προσδιορισμού της παχυσαρκίας, ιδιαίτερα στις ηλικίες άνω των 65 ετών. Και ο λόγος είναι η προοδευτική απώλεια της μυϊκής μάζας με την πάροδο του χρόνου, με την ταυτόχρονη αύξηση και ανακατανομή του λιπώδους ιστού, δηλαδή η σαρκοπενική παχυσαρκία.

Μπορεί, λοιπόν, ο ηλικιωμένος να έχει έναν ΔΜΣ που δείχνει φυσιολογικός, αλλά στην ουσία, όταν μετρηθεί η περίμετρος της μέσης, να διαγνωσθεί ως υπέρβαρος. Εάν, όμως, έχει ΔΜΣ μεταξύ 25-30 (υπέρβαρος) ή λίγο πάνω απ’ αυτόν, χωρίς να υπάρχει συγκέντρωση κοιλιακού λίπους, χαρακτηρίζεται υπέρβαρος, χωρίς, όμως, να υπάρχει υψηλός καρδιαγγειακός κίνδυνος» εξηγεί ο γενικός χειρουργός, ειδικός σε θέματα παχυσαρκίας Δρ. Γιώργος Σπηλιόπουλος.

Επίσης στατιστικά δείχνουν ότι, οι άνθρωποι που είναι επιρρεπείς στις αρνητικές επιπτώσεις της παχυσαρκίας, πεθαίνουν νωρίτερα, ενώ, όσοι επιβιώνουν μέχρι τα γηρατειά, μπορεί να είναι ανθεκτικοί στις επιδράσεις της παχυσαρκίας, το οποίο θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί το ποσοστό θνησιμότητας φαίνεται να επηρεάζεται από τον ΔΜΣ στον πληθυσμό των ηλικιωμένων.

Η σχέση ΔΜΣ και θανάτου περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, αν ληφθεί υπόψη ότι, απώλεια βάρους θα μπορούσε να προκληθεί από την ύπαρξη ασθενειών, όπως ο καρκίνος, αλλά και από το κάπνισμα. Στους άνω των 80 ετών ηλικιωμένους η σχέση μεταξύ ΔΜΣ και κινδύνου θανάτου δεν είναι τόσο ισχυρή, επειδή στα άτομα με χαμηλό ΔΜΣ δεν περιλαμβάνονται μόνο όσοι δεν έχουν μεγάλο ποσοστό λίπους και είναι σωματικά δραστήριοι, αλλά και όσοι έχασαν βάρος λόγω ασθενειών ή καπνίσματος.

Τα παραπάνω δεν πρέπει να παρερμηνευθούν και να θεωρηθεί ότι η παχυσαρκία δεν προκαλεί προβλήματα υγείας στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Μελέτη έχει δείξει ότι ο μεγαλύτερος ΔΜΣ σχετίζεται με υψηλότερο ποσοστό θανάτου από όλες τις αιτίες, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών νοσημάτων και στα δύο φύλα έως την ηλικία των 75, αλλά και ότι ο σχετιζόμενος με μεγαλύτερο ΔΜΣ κίνδυνος θανάτου μειώνεται με την ηλικία.

Όπως γίνεται αντιληπτό υπάρχουν μια σειρά από μεταβλητές, που δυσκολεύουν τη συσχέτιση μεταξύ της παχυσαρκίας και του θανάτου στους ηλικιωμένους και στους υπερήλικες.

«Υπάρχει έντονος επιστημονικός διάλογος σχετικά με τον τρόπο διάγνωσης και αντιμετώπισης της παχυσαρκίας σε ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας και αυτό οφείλεται τόσο στο φαινόμενο της παχυσαρκίας όσο και στις ελλιπείς κατευθυντήριες οδηγίες. Η συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα αντιμετωπίζεται όπως και οι νεώτεροι άνθρωποι, δηλαδή με αλλαγές στον τρόπο ζωής και διατροφής, με φαρμακοθεραπεία και με βαριατρική χειρουργική.

Όμως το παράδοξο της παχυσαρκίας και η διάγνωση με συνδυασμένες μεθόδους θα πρέπει να συνυπολογίζονται, προκειμένου να προκύψει ορθή απόφαση για τον τρόπο αντιμετώπισης του κάθε ασθενή ατομικά. Οι χειρουργοί θα πρέπει να είναι διπλά προσεκτικοί, όταν προτείνουν τη χειρουργική ως μέσο απώλειας του πλεονάζοντος βάρους, εξαιτίας των μελετών που έχουν δείξει ότι το βάρος σχετίζεται με μέγιστη επιβίωση, καθώς αυξάνει η ηλικία» σημειώνει ο Δρ. Σπηλιόπουλος.

Μια αξιολόγηση από το American College of Surgeons της έκβασης των ασθενών με ΔΜΣ μεγαλύτερο ή ίσο του 35, που υποβλήθηκαν σε βαριατρική επέμβαση μεταξύ 2005-2009, κατέδειξε ότι οι άνθρωποι 65 ετών και άνω είχαν, μεν, περισσότερες πιθανότητες παρατεταμένης διάρκειας παραμονής στο νοσοκομείο, αλλά όχι σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες, σε αντίθεση με τους παχύσαρκους με ΔΜΣ ίσο ή μεγαλύτερο από 55.

«Οι ασθενείς άνω των 65 ετών δεν θα πρέπει, λοιπόν, να αποκλειστούν από την υποβολή σε χειρουργική απώλειας βάρους, αρκεί να υπάρχει προεγχειρητική, προσεκτική εκτίμηση του ατομικού κινδύνου, για σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, καθώς τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι η έκβαση, οι επιπλοκές και η θνησιμότητα είναι αποδεκτά και για τους ηλικιωμένους» καταλήγει ο Δρ. Σπηλιόπουλος.