Το DNA δεν είναι κατ’ ανάγκη μοιραίο. Αυτό διαπίστωσε μια νέα, διεθνής επιστημονική έρευνα, η οποία για πρώτη φορά δείχνει ότι, ακόμη και οι άνθρωποι, που στο DNA τους έχουν γονίδια υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου, μπορούν να αντισταθμίσουν σε ένα σημαντικό βαθμό τον κίνδυνο, εφόσον ακολουθούν συστηματικά τους κανόνες της υγιεινής διατροφής.

Συνεπώς, αν οι γονείς ή τα αδέρφια ενός ανθρώπου πέθαναν από έμφραγμα, δεν πρέπει κανείς να τρέμει ότι κατ' ανάγκη θα πάθει το ίδιο - αρκεί να προσέχει πώς ζει.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή γενετικής Σεκάρ Καθιρεζάν, της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και του Γενικού Νοσοκομείου της Μασαχουσέτης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό ιατρικό περιοδικό "New England Journal of Medicine", σύμφωνα με το ΑΠΕ, ανέλυσαν γενετικά και κλινικά στοιχεία για πάνω από 55.000 άτομα.

Κάθε συμμετέχων «βαθμολογήθηκε» για το ατομικό γενετικό ρίσκο που αντιμετώπιζε σε σχέση με έμφραγμα, καρδιακή ανακοπή ή άλλο καρδιαγγειακό πρόβλημα. Παράλληλα αξιολογήθηκε πόσο υγεινά ζούσε ο καθένας, με βάση τέσσερις παράγοντες (κάπνισμα, βάρος, άσκηση, διατροφή). Στη συνέχεια έγινε συσχέτιση ανάμεσα στις δύο «βαθμολογίες»: του γενετικού κινδύνου και του υγιεινού τρόπου ζωής.

Διαπιστώθηκε αφενός ότι ο γενετικός παράγοντας μπορεί να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο για την καρδιά έως κατά 90%, αφετέρου ότι ο υγιεινός τρόπος ζωής μπορεί να μειώσει αυτόν τον κίνδυνο. Τα άτομα με το πιο επιβαρημένο DNA έχουν κατά 50% μικρότερο κίνδυνο εμφράγματος ή άλλου καρδιαγγειακού προβλήματος, αν ζουν υγιεινά.

Ένας άνθρωπος με «κακά» γονίδια και ταυτόχρονα «κακό» τρόπο ζωής έχει κατά μέσο όρο πιθανότητα σχεδόν 11% να πάθει έμφραγμα ή ανακοπή μέσα στην επόμενη δεκαετία, ενώ, αν ζει σωστά, ο κίνδυνος μειώνεται στο 5%. Θα διερευνηθεί περαιτέρω στο μέλλον ποιός συγκεκριμένα παράγοντας του τρόπου ζωής αντισταθμίζει περισσότερο τον γενετικό κίνδυνο για την καρδιά.

Οι ερευνητές επεσήμαναν, πάντως, ότι ισχύει και το αντίστροφο. Δηλαδή ακόμη κι αν κάποιος έχει ευνοηθεί γενετικά, προκαλεί την τύχη του, αν ζει ανθυγιεινά. Οι άνθρωποι με «καλά» γονίδια και «καλό» τρόπο ζωής έχουν 3% πιθανότητα να πάθουν κάτι μέσα στη δεκαετία. Αν, όμως, ζουν ανθυγιεινά, τότε ο κίνδυνος ανεβαίνει σχεδόν στο 6%, δηλαδή διπλασιάζεται.