Με μια πλήρη "ακτινογραφία" του συστήματος υγείας, ήρθαν αυτή τη φορά οι Θεσμοί στη χώρα μας, καθώς ο Giuseppe Carone και το επιτελείο του, είχαν φροντίσει για την καταγραφή της πορείας των μνημονιακών μέτρων όλων των τελευταίων ετών, στη συνολική έκθεση για τα συστήματα υγείας σε όλα τα κράτη- μέλη της Ε.Ε.

Στο κεφάλαιο που αφορά τη χώρα μας, καταγράφονται όλοι οι δείκτες που χρειάζονται για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με επιδημιολογικά δεδομένα του πληθυσμού, αλλά και τα στοιχεία που καθορίζουν το ΕΣΥ, τα μειονεκτήματα, αλλά και τα πλεονεκτήματά του, καθώς και τις παρεμβάσεις που χρειάζονται να γίνουν ακόμη, στη βάση μεγαλύτερης διαφάνειας στο σύστημα, καλύτερης πρόσβασης των ασθενών, διασφαλίζοντας όμως τους "σφιχτούς" προϋπολογισμούς.

Η έκθεση ξεκινά διαπιστώνοντας "αέρα" ανάπτυξης για το 2015, και μικρή ανάπτυξη για το δεύτερο εξάμηνο του έτους, ενώ συνδυάζοντας συμμόρφωση στο τρίτο μνημόνιο, χαλάρωση των capital controls και εμπιστοσύνη στις αγορές, αναμένεται ανάπτυξη του ΑΕΠ της τάξης του 2,7% το 2017. Την ίδια στιγμή όμως, αποτυπώνει και το δημογραφικό πρόβλημα, καθώς από 11 εκ. πληθυσμού το 2013, αναμένεται μείωση στα 8,6 εκ. πληθυσμού ως το 2060, μια μείωση της τάξης του 22,5% σε αντίθεση με τη λοιπή Ευρώπη, όπου οι προβλέψεις της Eurostat δίνουν αύξηση του πληθυσμού κατά 3,1%.

Οι συνολικές δαπάνες για την υγεία στο 9,8% του ΑΕΠ, είναι οριακά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 10,1%, όμως οι δημόσιες δαπάνες στο 6,8% μεγαλώνουν το χάσμα του 7,8% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Το προσδόκιμο επιβίωσης παραμένει υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, και η βρεφική θνησιμότητα είναι στο 3,7 τοις χιλίοις, χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 3,9 τοις χιλίοις. Και όλα αυτά, τη στιγμή που το 38,9% των Ελλήνων είναι καπνιστές, ενώ διατηρούμε χαμηλά την κατανάλωση αλκοόλ στα 7,4 λίτρα κατά κεφαλήν, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει τα 10 λίτρα.

Η έκθεση προχωρεί σε μια περιγραφή του συστήματος υγείας με τον ΕΟΠΥΥ, το ΠΕΔΥ, το ΕΣΥ και τον ιδιωτικό τομέα υγείας, επισημαίνοντας το 40% περίπου των πληρωμών να είναι απ΄ ευθείας πληρωμές, καθώς η ιδιωτική ασφάλιση παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Διαπιστώνει μείωση των ιδιωτικών πληρωμών στο 30,5% το 2013, αν και παραμένει το ποσοστό υψηλό, τη στιγμή που στην Ευρώπη κινείται στο 22,6%, και σημειώνει την ιδιωτική συμμετοχή 15% για τις διαγνωστικές εξετάσεις και 25% για προσθετικά, ορθοπεδικά είδη και αναπνευστικές συσκευές, καθώς και τη διαβάθμιση συμμετοχής στα φάρμακα από 0-25%.

Στην καταγραφή του συστήματος, διαπιστώνει 399 κλίνες ΜΕΘ/ 100.000 πληθυσμού το 2011, αριθμό μεγαλύτερο των 360 κλινών του ευρωπαϊκού μέσου όρου, 2,5 φορές περισσότερους μαγνητικούς τομογράφους, και δύο φορές περισσότερους αξονικούς, καθώς και περισσότερες αγγειογραφικές μονάδες.

Σε ειδική αναφορά για τη φαρμακευτική δαπάνη επισημαίνεται το σύνολο των μεταρρυθμίσεων που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, από το Παρατηρητήριο Τιμών και την ηλεκτρονική συνταγογράφηση με δραστική ουσία, τις μειώσεις των τιμών, την καθιέρωση ICD 10 για την εισαγωγή θεραπευτικών πρωτοκόλλων κλπ, επισημαίνοντας όμως ότι παρατηρείται ακόμη "αντίσταση" από γιατρούς και φαρμακοποιούς.

Επισημαίνει ακόμη, ότι δεν υπάρχει πρακτικά πολιτική προαγωγής της υγείας και πρόληψης, ενώ σημειώνει ότι πρέπει να αξιολογηθεί το επίπεδο διαφθοράς και να σχεδιαστούν μέτρα για περαιτέρω εξάλειψη του φαινομένου. Στο ίδιο σημείο κάνει λόγο για τις διοικήσεις των νοσοκομείων, σημειώνοντας πως "το σύστημα δεν κατάφερε πλήρως να απομονώσει πολιτικές παρεμβάσεις από την διαδικασία αποφάσεων".

Σε εφαρμογή των απαιτήσεων του τρίτου μνημονίου, η έκθεση κάνει αναφορά στα 100 προαπαιτούμενα, εστιάζοντας σε τρεις άξονες:
- την καθολική πρόσβαση σε ποιοτική φροντίδα υγείας
- τη διαφάνεια και εκμοντερνισμό της διακυβέρνησης υγείας, με αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, και
- το δίκαιο και βιώσιμο σύστημα χρηματοδότησης.

Και καταλήγει ότι οι πολιτικές που πρέπει να εφαρμοστούν στο εξής, (περισσότερα σε προηγούμενο ρεπορτάζ του Healthmag, εδώ) θα πρέπει να φροντίζουν για περαιτέρω διείσδυση των γενοσήμων στην αγορά, τον εξορθολογισμό των δαπανών υγείας, των συνταγογραφικών συνηθειών, την ελαχιστοποίηση των άστοχων θεραπευτικών επιλογών, τη μεγαλύτερη διαφάνεια και ελαχιστοποίηση της διαφθοράς.
Και σημειώνει πως "εντούτοις, η πρόοδος είναι αργή και αμφίβολη σε αυτούς τους τομείς".