Σημαντικές αποκλίσεις παρατηρούνται στην ολοκληρωμένη καταγραφή των πόρων που είναι διαθέσιμοι και δαπανώνται σε ετήσια βάση για την υγεία, συγκρίνοντας τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και των απολογιστικών στοιχείων του κρατικού προϋπολογισμού, καθώς χρησιμοποιούνται διαφορετικές μεθοδολογίες.

Την ίδια στιγμή, η διαφορετική αντιμετώπιση των περιστατικών ίδιας πάθησης από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, οδηγούν σε χρήση διαφορετικών νοσηλίων, χρεώνοντας διαφορετικά ποσά στους ασφαλιστικούς φορείς. Οι διαφορές αυτές, σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, οδηγούν σε σπατάλη πόρων της τάξης του 30%.

Σε ότι αφορά τους διαθέσιμους πόρους για την υγεία στη χώρα μας, σύμφωνα με τον καθηγητή Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Νίκο Πολύζο, οι αποκλίσεις είχαν αρχίσει να διαφαίνονται ήδη από την καταγραφή των δαπανών στο αντίστοιχο σύστημα που ο ίδιος εισήγαγε ως γενικός γραμματέας του υπουργείου Υγείας και σύμφωνα με το οποίο για το 2011:
- οι δαπάνες του υπουργείου για το ΕΣΥ ανέρχονταν σε 5.270,8 εκ  ευρώ (μισθοδοσία 2.820 εκ και λειτουργικές δαπάνες 2.450). Δεν υπολογίζονταν οι οφειλές του 2011, η μισθοδοσία και οι λειτουργικές δαπάνες της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου και των συναφών οργανισμών- αδρά εκτίμηση 22 εκ.-,  ούτε οι δημόσιες επενδύσεις του Υπ. Υγείας ύψους 34 εκ. 
- Στην εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού του 2012, οι δαπάνες υγείας του Υπουργείου Υγείας για το 2011, εκτιμήθηκε ότι θα ανέλθουν σε 5.218 εκ ευρώ.  
- Η ΕΛΣΤΑΤ αναφέρει για το ίδιο έτος δαπάνες υγείας – όχι του Υπουργείου Υγείας-  αλλά της Γενικής Κυβέρνησης- μόνο 4.202,2 εκ ευρώ, στις οποίες βέβαια συμπεριλαμβάνονται και οι δαπάνες υγείας των άλλων υπουργείων (πχ Άμυνας) αλλά και των ΟΤΑ.  

Τα 2 δισ. ευρώ
Σύμφωνα με μελέτη των Γ. Βογιατζή και Ν. Πολύζου για τις δαπάνες του 2014, διαπιστώνεται μια απόκλιση της τάξης των 2 δισ. ευρώ από την καταγραφή, καθώς το δελτίο της ΕΛΣΤΑΤ τις υπολογίζει σε 14,711 δισ. ευρώ, ενώ η μελέτη καταγραφής καταλήγει ότι τελικά τα διαθέσιμα ήταν 16,475 δισ. ευρώ.

Συγκεκριμένα, οι τελικές δαπάνες υγείας (πληρωμές) της Γενικής Κυβέρνησης για το 2014 αναγράφονται στον κρατικό προϋπολογισμό του 2016 στο τμήμα των κεντρικών υπηρεσιών. Για το Υπουργείο Υγείας ανέρχονται (σύνολο) σε 5.142.950.693,99 ευρώ από τις οποίες θα αφαιρεθούν τα 437.705.120,87 ευρώ που αφορούν εξόφληση των ληξιπρόθεσμών οφειλών των παρελθόντων ετών. Κατά συνέπεια οι δαπάνες του Υπουργείου Υγείας ανήλθαν σε 4.705.245.573,12 ευρώ. Το δελτίο της ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζει τις δαπάνες υγείας της Γενικής Κυβέρνησης σε 4.176,5 εκ. 

Σημείωση: οι οφειλές των δημόσιων νοσοκομείων για το ίδιο έτος δεν υπολογίζονται στις παραπάνω δαπάνες. Σύμφωνα με τους πίνακες των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της Γενικής Κυβέρνησης στις εισηγητικές εκθέσεις των κρατικών προϋπολογισμών, τον Δεκέμβριο του 2013 τα νοσοκομεία χρωστούσαν 687 εκ. Το 2014 εξοφλήθηκαν τα 437,7 άρα έμεινε υπόλοιπο 249,3 εκ. 

Οι οφειλές τον Δεκέμβριο του 2014 ανήλθαν σε 607 εκ. κατά συνέπεια οι οφειλές του 2014 ανέρχονται σε 357,7 εκ.  

Συμπέρασμα: οι δαπάνες υγείας του Υπ. Υγείας για το 2014 ανήλθαν σε 5.063 εκ ευρώ.

Στις δαπάνες αυτές θα πρέπει να προσθέσουμε και τις συνολικές δαπάνες υγείας του Υπουργείου Άμυνας και των Οργανισμών Τ. Αυτοδιοίκησης. Δυστυχώς δεν υπάρχουν δημοσιευμένα στοιχεία. Το Υπουργείο Άμυνας λειτουργεί 5 μεγάλα στρατιωτικά νοσοκομεία (περισσότερες από 2650 κλίνες συνολικά, επισκέψεις πάνω από 400.000 ατόμων τον χρόνο) καθώς και αρκετά μικρότερα.  Νοσηλεύουν εκτός των στρατιωτικών και πολίτες. Ο ΕΟΠΥΥ χρωστά για νοσηλείες 82 εκ στα στρατιωτικά νοσοκομεία, το οποία χρωστούν 14 εκ. για φάρμακα (2014) στις εταιρίες του ΣΦΕΕ.  Επιπλέον οι ΟΤΑ με τις υποδομές που λειτουργούν πρέπει να δαπανούν αξιόλογα ποσά για να καλύπτουν ανάγκες υγείας των συμπολιτών μας. Υπολογίζεται ότι οι συνολικές δαπάνες υγείας των παραπάνω οργανισμών ξεπερνούν τα 200 εκ.

Οι δαπάνες υγείας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης αναγράφονται στο δελτίο της ΕΛΣΤΑΤ, και για το έτος 2014 ανέρχονται σε 4.599,2 εκ. ευρώ. Ο ΕΟΠΥΥ σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που κοινοποίησε υπολογίζει τις δαπάνες υγείας του σε 4.513 εκ. ευρώ. (οι τελικές δαπάνες του ΕΟΠΥΥ για το 2013 ανέρχονται σε 4.951 εκ ευρώ).  Συνεπώς τα 86 εκ. πρέπει να είναι δαπάνες των οργανισμών που δεν ανήκουν στον ΕΟΠΥΥ. Επίσης υπάρχουν οι οφειλές του ΕΟΠΥΥ, που ανέρχονται για το 2014 σε περίπου 614,5 εκ ευρώ, που πρέπει να προστεθούν, ενώ πρέπει να αφαιρεθούν και τα 458 εκ που κατέβαλε ο ΕΟΠΥΥ στα δημόσια νοσοκομεία. 
Σύνολο δαπανών υγείας για τον ΕΟΠΥΥ περίπου 4.670 εκ ευρώ και γενικό σύνολο ΟΚΑ 4.756 εκ ευρώ . 

Οι εργοδοτικές/ασφαλιστικές εισφορές του κράτους (σύνταξης, υγείας, εφάπαξ κλπ) δεν υπολογίζονται στις δαπάνες υγείας των αντίστοιχων υπουργείων, ούτε η ΕΛΣΤΑΤ τις υπολογίζει, ενώ στους αντίστοιχους δημόσιους υπαλλήλους παρέχεται και σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη.

Η μισθοδοσία μόνο του Υπουργείου Υγείας ανέρχεται (2014) σε 2,3 δις, άρα οι εργοδοτικές εισφορές θα ανέρχονται σε 460 εκ ευρώ (το 20%).  
Οι δημόσιες δαπάνες υγείας (Υπ. Υγείας συν τις εργοδοτικές εισφορές συν  Υπ. Άμυνας συν Τ.Α συν ΟΚΑ (ΕΟΠΥΥ κλπ) ανέρχονται σε 10.539 εκ ευρώ. 
Το δελτίο της ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζει επίσης και τις ιδιωτικές δαπάνες υγείας: ιδιωτική ασφάλιση 534,9 εκ- ιδιωτικές πληρωμές (νοικοκυριά) 5.202,9 εκ- ενώ οι δημοσιευμένοι οικογενειακοί προϋπολογισμοί της ΕΛΣΤΑΤ αναγράφουν 5.249,17 εκ.-  και λοιπές δαπάνες 198,4 εκ. Σύνολο : 5.936 εκ.  

Σπατάλη στις υπηρεσίες υγείας
Έχει ήδη αναφερθεί ότι οι σπατάλες στην παροχή των υπηρεσιών υγείας ξεπερνούν το 30% των συνολικών δαπανών υγείας και μάλιστα στις ανεπτυγμένες χώρες (ΗΠΑ, Αγγλία). Οι σπατάλες οφείλονται κυρίως στην παροχή υπηρεσιών που δεν προσφέρουν κλινική αξία ή βλάπτουν τον άρρωστο και στον λανθασμένο τρόπο οργάνωσης και αποζημίωσης των παρεχόμενων υπηρεσιών. Οι σπατάλες δημιουργούνται όταν οι υπηρεσίες υγείας για την αντιμετώπιση μιας πάθησης είτε υπερχρησιμοποιούνται, είτε υποχρησιμοποιούνται, είτε χρησιμοποιούνται καταχρηστικώς.  Σημειώνονται δηλαδή μεγάλες αποκλίσεις στην διάγνωση, αλλά και στην θεραπευτική αντιμετώπιση ίδιων περιστατικών. 
Το φαινόμενο υπάρχει σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα που απαιτεί κρίση, αλλά στην Ιατρική είναι ιδιαίτερα έντονο. Στην Ελλάδα, επιπλέον σπατάλες δημιουργούνται και από την απουσία αποτελεσματικής διοίκησης.   

Σύμφωνα με τον κ. Βογιατζή, για τον περιορισμό της σπατάλης στο σύστημα υγείας απαιτούνται μεταρρυθμίσεις χωρίς τις οποίες, δεν μπορεί να αυξηθεί η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, ούτε η ικανοποίηση των αναγκών υγείας των πολιτών. Μόνο η αύξηση της ποιότητας των υπηρεσιών μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της σπατάλης και κατά συνέπεια στη συνολική μείωση των δαπανών υγείας. Δυστυχώς σήμερα επικρατεί η αντίληψη ότι η υγεία υποχρηματοδοτείται και άρα χρειαζόμαστε περισσότερους πόρους για την υγεία. Εντούτοις, αν χρησιμοποιηθούν αποδοτικά οι πόροι που διατίθενται είναι όχι μόνο ικανοποιητικοί, αλλά μπορεί να επιτευχθεί και εξοικονόμηση, που μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ικανοποίηση των πολιτών, με σημαντική μείωση της δαπάνης υγείας των νοικοκυριών, και θα επιτρέψει την αύξηση των αμοιβών των εργαζομένων στις υπηρεσίες υγείας, ταυτόχρονα με τη δημιουργία πολλών νέων θέσεων εργασίας. 

Καταγραφή 8 συγκεκριμένων μέτρων από την Ομάδα εργασίας "Πρωτοβουλία", έδειξε τη δυνατότητα εξοικονόμησης ποσού της τάξης των 3 δισ. ευρώ και πλέον. Συγκεκριμένα, η εξοικονόμηση μπορεί να προέλθει από:
1) Μείωση των εισαγωγών και επανεισαγωγών στα νοσοκομεία κατά 17%. (Εξοικονόμηση 450 εκ. ευρώ),
2) Μείωση της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης (δημόσια, νοσοκομειακή, ιδιωτική) κατά 15% ( περίπου 650 εκ. ευρώ), 
3) Μείωση της συνολικής δαπάνης για εργαστηριακές εξετάσεις κατά 20%, (εξοικονόμηση 250 εκ. ευρώ),
4) Μείωση δαπάνης λόγω βελτίωσης της διοίκησης και οργάνωσης του συστήματος (εξοικονόμηση 300 εκ. ευρώ),
5) Εφαρμογή πολιτικών πρόληψης και δημόσιας υγείας. Μείωση νοσηρότητας κατά 10% μπορεί να επιφέρει εξοικονομήσεις άνω του 1,5 δις ευρώ,
6) Νέο σύστημα αποζημίωσης των υπηρεσιών, (εξοικονόμηση 920 εκ.  ευρώ),
7) Μείωση της δαπάνης των νοικοκυριών κατά 1 δις. ευρώ, και
8) Πρόσθετα έσοδα από την ανάπτυξη του ΕΣΥ, ύψους 180 εκ. ευρώ, με διεξαγωγή κλινικών δοκιμών και προώθηση του ιατρικού τουρισμού μεσοπρόθεσμα.