Στην αποχώρηση των πολυεθνικών φαρμακευτικών από τη χώρα και τη μετατροπή τους σε αντιπροσωπείες, με την ανάλογη συρρίκνωση των θέσεων εργασίας στον κλάδο, οδηγεί η φαρμακευτική πολιτική που ακολουθείται.

Τα τελευταία 7 χρόνια της κρίσης, οι επιχειρήσεις, αντί να φροντίζουν για τη βιωσιμότητά τους με προοπτικές κερδοφορίας, προσαρμόζονται απλά στην επιβίωσή τους, με μειούμενες τιμές και συμπιεζόμενα περιθώρια, παρά την αύξηση του όγκου των ασθενών.

Τον κώδωνα του κινδύνου για τα παραπάνω, έκρουσε ο γενικός γραμματέας του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ) κ. Κων. Κοφινάς, μιλώντας σε εκδήλωση της Ελληνικής Ένωσης Φαρμακευτικού Μάρκετινγκ (ΕΕΦΑΜ),  για την "βιωσιμότητα της φαρμακευτικής αγοράς στην Ελλάδα".

Αντίστοιχα από την πλευρά των ελληνικών φαρμακευτικών ο εντεταλμένος σύμβουλος της ΠΕΦ κ. Βασίλης Πενταφράγκας, υπογράμμισε ότι το μοντέλο που ακολουθείται δεν ευνοεί την επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού διατηρούμε τους υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές.

Ταυτόχρονα, στη χώρα μας, όλες οι καινούριες θεραπείες εγκρίνονται χωρίς αξιολόγηση, τη στιγμή που στη Γαλλία, από 925 νέα φάρμακα από το 2004 μέχρι το 2012, μόλις τα 8 θεωρήθηκαν πραγματικά καινοτόμα και μόνο σε 50 αναγνωρίστηκε πραγματική προστιθέμενη αξία.

Αναλυτικά, ο κ. Κοφινάς, αναφερόμενος στην πορεία της αγοράς (φαρμακείου) από την αρχή της κρίσης σημείωσε ότι έχει υπάρξει μείωση τιμών 30% από τις αρχές 2009 ως το τέλος του 2016. Η δημόσια δαπάνη μειώθηκε σταδιακά από το 2009 ως το 2016 κατά 62%, λαμβάνοντας υπόψιν τα rebate και clawback. Σημείωσε εδώ, ότι τα τελευταία 3 χρόνια  έχει γίνει διπλασιασμός των συνολικών κρατήσεων και φέτος αναμένεται το clawback να υπερβεί το 1 δισ. ευρώ αν συνυπολογιστούν και περίπου 200 εκ. ευρώ από τα νοσοκομεία.

Ο πληθυσμός βαίνει μειούμενος, αλλά ηλικιακά μεγαλώνει.  Οι προβλέψεις θέλουν ως το 2020 από τα 10,7 εκ. πληθυσμού το 21,9% να είναι πάνω από 65 ετών, το 2020 πάνω από το 25% του πληθυσμού, για να φτάσει το 2080 τα 7,7 εκ. άτομα από τα οποία το 31,1% να είναι πάνω από 65 ετών. Μάλιστα οι προβλέψεις της Eurostat θέλουν την Ελλάδα στη χειρότερη θέση έναντι του μ.ο. της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, καθώς ως το 2050 προβλέπεται ότι ο πληθυσμός άνω των 65 ετών θα φθάσει το 33,9% στην Ελλάδα, το 28,1% στην ΕΕ και το 25,3% στον ΟΟΣΑ. Ταυτόχρονα προβλέπεται αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης στα 83,4 έτη από 80,6 που είναι σήμερα.

Η αύξηση του προσδόκιμου αποδίδεται σε βελτίωση της περίθαλψης και θεραπείας κατά 50-75%, και κατά 25-50% σε αλλαγή του τρόπου ζωής και πρόληψη με συγκεκριμένα προγράμματα νέες διαγνωστικές μεθόδους, ενημέρωση και πρόσβαση στο σύστημα υγείας από μεγαλύτερο αριθμό ασθενών, αλλά και νέες αποτελεσματικότερες θεραπείες με καινοτόμα φάρμακα.

Εντούτοις, στη χώρα μας, οι κλινικές μελέτες περιορίζονται στις 2029, όταν στην Ουγγαρία φτάνουν τις 2.959, στην Αυστρία τις 3.932 και το Βέλγιο τις 6.866, με πολλαπλά οφέλη για την κάθε χώρα, έναντι της δικής μας.
Οι διενεργούμενες κλινικές μελέτες αφορούν επενδύσεις άνω των 100 εκ. ευρώ, με το 70% αυτών να αφορούν την ογκολογία και μόλις 5% τις λοιμώξεις.

Η πρόταση του ΣΦΕΕ
Αναφερόμενος σε μακροπρόθεσμα βιώσιμη λύση ο κ. Κοφινάς σημείωσε ότι χρειάζεται:

  • Σταθερό και προβλέψιμο ρυθμιστικό περιβάλλον
  • Ενιαίο σχήμα κλιμακούμενων εκπτώσεων (rebates) 
  • Εξορθολογισμός ύψους επιστροφών (clawback)
  • Υποστήριξη της καινοτομίας
  • Διασφάλιση θέσεων εργασίας/επενδύσεων
  • Ακριβής αποτύπωση αναγκών (στοιχεία HΛ-ΣΥ/ ΕΟΠΥΥ/ ΥΥ)
  • Ορθολογικός καθορισμός καλυπτόμενης δαπάνης
  • Εφαρμογή θεραπ. πρωτοκόλλων –μητρώων ασθενών
  • Κίνητρα/έλεγχος συνταγογράφησης/εκτέλεσης Rx 
  • Eνημέρωση ασθενών/καταναλωτών

Η ΠΕΦ
Από την πλευρά του, ο κ. Πενταφράγκας υπογράμμισε ότι ο κλάδος της φαρμακευτικής βιομηχανίας στη χώρα μας διαθέτει το υψηλότερα εκπαιδευμένο προσωπικό, καθώς το 66,3% διαθέτει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή και μεταπτυχιακό, έναντι ποσοστού 19,5% για τη λοιπή βιομηχανία στη χώρα και 33,5% στο σύνολο της οικονομίας.

Σημείωσε ακόμη, πως η χώρα μας, φαίνεται να έχει δεχθεί το ισχυρότερο πλήγμα στην ΕΕ από την παρατεταμένη ύφεση, αφού ήδη από την αρχή της κρίσης η Ευρώπη μπήκε σταδιακά σε ρυθμούς ανάκαμψης μια τριετία αργότερα, ενώ η Ελλάδα εμφανίζει πλατώ σταθεροποίησης μόλις φέτος, στον όγδοο χρόνο της κρίσης. Ο χρόνος αυτός είναι πολύ μεγαλύτερος κι από την παρατεταμένη κρίση των ΗΠΑ το 1929, όπου η ανάκαμψη είχε ξεκινήσει 5 χρόνια μετά την έναρξη της τότε κρίσης...

Σήμερα στην Ελλάδα, το 50% των νέων μέχρι 24 ετών είναι άνεργοι, όπως και το 30% των γυναικών, ενώ συνολικά, οι μακροχρόνια άνεργοι φτάνουν το 45% του εργατικού δυναμικού!

Την ίδια στιγμή, το 37,1% των θανάτων σε ηλικίες κάτω των 75 ετών, θα μπορούσε να έχει αποτραπεί στη χώρα μας, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. είναι 33,7% και στη Γαλλία που διατηρεί τον καλύτερο δείκτη, στο 23,8%.

Σε ότι αφορά τη φορολόγηση των εταιριών, η Ελλάδα διατηρεί τα σκήπτρα σε ολόκληρο τον ΟΟΣΑ με ποσοστό 34%, με δεύτερη την Αργεντινή στο 30%, και τελευταία τη γειτονική Βουλγαρία με 10%, όταν Λετονία, Λιθουανία, Ιρλανδία, Ουγγαρία και Ρουμανία έχουν πραγματικούς φορολογικούς συντελεστές μεταξύ 12-14%.

Αντίστοιχα, στην Ελλάδα ο μειωμένος συντελεστής εσόδων καινοτομίας και ο φορολογικός συντελεστής ταυτίζονται στο 29%, όταν στις άλλες χώρες, ο μειωμένος συντελεστής καινοτομίας μειώνει τη φορολογία από 55-80%.

Αναφερόμενος στη φαρμακευτική πολιτική, ο κ. Πενταφράγκας υπογράμμισε ότι χρειάζεται ιεράρχηση στόχων για διασφάλιση της βιωσιμότητας - αποδοτικότητας του συστήματος περίθαλψης, βελτίωση της προσβασιμότητας των πολιτών στις υπηρεσίες και τα φάρμακα που έχουν ανάγκη, αποτελεσματικό έλεγχο δαπανών, καθώς και παραγωγή προστιθέμενων αξιών και ανάπτυξη.

Η φαρμακευτική πολιτική χρειάζεται αλλαγή προσανατολισμού με πολιτικές αποζημίωσης αντί τιμολόγησης, κινήτρων αντί περιορισμών, αξιολόγησης αντί οριζόντιων κατασταλτικών μέτρων, και ορθολογικής χρήσης των φαρμάκων.
Επίσης χρειάζεται αποτελεσματικό συντονισμό των υπηρεσιακών φορέων και διαρκή αξιολόγηση των τάσεων, της δυναμικής και της αποδοτικότητας των ρυθμιστικών παρεμβάσεων.

Για την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής,  τόνισε ότι χρειάζονται:

  • Επενδύσεις  σε εκπαίδευση, έρευνα, νέες ιδέες και παραγωγή ποιοτικών διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων
  • Συνεργασίες μεταξύ φαρμακευτικών επιχειρήσεων , ακαδημαϊκών φορέων & εξειδικευμένων εργαστηρίων και διεπιστημονικών ομάδων και αξιοποίηση των υφιστάμενων παραγωγικών υποδομών.
  • Εξειδίκευση με στόχευση στην ολική ποιότητα, ανάπτυξη καινοτόμων τεχνολογιών, παραγωγή βιοδραστικών μορίων - εκμετάλλευση της βιοποικιλότητας, επαναπροσέγγιση  γνωστών δραστικών,
  • Εξωστρέφεια διερευνώντας το διεθνές περιβάλλον με μελέτη για τις τάσεις και δυναμικές, μεταφορά τεχνογνωσίας και προσαρμογή των καλών πρακτικών, ενίσχυση της παρουσίας στις διεθνείς αγορές και άνοιγμα νέων και συνεργασία με την ομογένεια.
  • Προσήλωση στη σύγχρονη οργάνωση – νοοτροπία και σοβαρότητα, εστίαση σε σωστά ιεραρχημένους στόχους με επιμονή και πολύ δουλειά.

Ο κ. Πενταφράγκας υπογράμμισε ότι οι τακτικές πολυεθνικών κολοσσών στοχεύουν στην έξοδο από την αγορά μικρομεσαίων εταιριών, στη δημιουργία ολιγοπωλίων και την αύξηση της επιρροής των μεγάλων εταιριών στη διαμόρφωση των πολιτικών υγείας.

Η μέση τιμή των γενοσήμων φαρμάκων που παράγονται στη χώρα μας είναι αναλογικά στο ίδιο επίπεδο με των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών που έχουν παρόμοια δημογραφικά ή οικονομικά μεγέθη. Η περαιτέρω επιβάρυνσή τους με εξοντωτικά rebate & claw back (έως και 30% της τιμής παραγωγού) αποτελεί συστημική αντίφαση, εφόσον επιδιώκεται η αύξηση της χρήσης τους ώστε να παραχθούν εξοικονομήσεις. Επιπρόσθετες μειώσεις κάτω από τα σημερινά επίπεδα τιμών (ιδιαίτερα των φαρμάκων με τιμή χαμηλότερη από 9€/ΚΗΘ<0,3) θα αυξήσουν τις δαπάνες υγείας λόγω υποκατάστασης. Εάν συνυπολογιστούν τα rebate –clawback οι τιμές των γενοσήμων είναι ακόμη χαμηλότερες 

Στην μελέτη των Vogler et al. (2014) διερευνήθηκε η άποψη των εμπλεκόμενων φορέων των κ-μ της Ε.Ε. σχετικά με το ποια μέτρα άσκησης φαρμακευτικής πολιτικής θεωρούνται τα πιο σημαντικά για την εξασφάλιση της βέλτιστης κάλυψης και της βιωσιμότητας των φαρμακευτικών συστημάτων, αναφέρθηκαν ως πιο σημαντικά: η φαρμακοοικονομική αξιολόγηση, η τιμολόγηση βάση προστιθέμενης αξίας  και οι διαδικασίες αποζημίωσης καθώς και οι συμφωνίες επιμερισμού του ρίσκου.

Λιγότερο σημαντικές αποδείχθηκαν οι πολιτικές που αφορούν συνταγογράφηση με δραστική ουσία, αύξηση της συμμετοχής του ασθενή, Rebates, Clawback, και εκπτώσεις , διαγωνισμοί και σύστημα τιμολόγησης βάση των τιμών σε άλλες χώρες.