Για αιώνες η αντίληψη του χρόνου απασχολούσε τους επιστήμονες, τους φιλοσόφους και τους καλλιτέχνες, καθώς παρέμενε αίνιγμα. Μάλιστα πολλές μελέτες ψυχολογίας συσχετίζουν το πώς καταλαβαίνουμε το πέρασμα του χρόνου με τα συναισθήματα.

Γιατί, όμως, συμβαίνει στ' αλήθεια αυτό; Πώς μας μπερδεύει το μυαλό και νομίζουμε ότι ο χρόνος "μικραίνει" ή "μεγαλώνει"; Σε μια προσπάθεια να δοθούν απαντήσεις σε αυτά τα θεμειλώδη ερωτήματα, Πορτογάλοι ερευνητές από το Champalimaud Center for the Unknown στη Λισαβώνα, με επικεφαλής τον επικεφαλής του Εργαστηρίου Εκμάθησης Joe Paton, ανακάλυψαν στον εγκέφαλο πειραματόζωων ορισμένους νευρώνες, που φαίνεται να ρυθμίζουν τη βίωση του χρόνου.

Τα ευρήματά τους δημοσιεύθηκαν στο Science

Τα πειράματα σε ποντίκια έφεραν στο φως μια ομάδα βαθιών νευρώνων που, με τις κατάλληλες έξωθεν επεμβάσεις, κάνουν τα ζώα να υπερεκτιμούν ή να υποεκτιμούν τη διάρκεια ενός καθορισμένου χρονικού διαστήματος. Να νομίζουν, δηλαδή, ότι πέρασε περισσότερος ή λιγότερος χρόνος από ό,τι πραγματικά.

Αντίθετα με πιο χειροπιαστά πράγματα, όπως η όραση ή η ακοή, που έχουν συγκεκριμένα όργανα (μάτια και αυτιά) και αντίστοιχα εγκεφαλικά κέντρα, το πέρασμα του χρόνου δεν έχει κάποιο όργανο, ούτε είχε έως τώρα βρεθεί κάποιο σχετικό κέντρο στον εγκέφαλο. Για κάθε ξεχωριστό άνθρωπο ο χρόνος κυλάει με ξεχωριστό τρόπο σε κάθε ξεχωριστή στιγμή, ανάλογα με τα συναισθήματά του, την προσοχή και τα κίνητρά του (χωρίς να λάβουμε υπόψη το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα, ότι σύμφωνα με μερικούς φυσικούς, αντικειμενικός χρόνος στην πραγματικότητα δεν υπάρχει).

Όμως η εκτίμηση του χρόνου που πέρασε, ήταν ανέκαθεν ζωτική για κάθε ζώο, αν μη τι άλλο για λόγους επιβίωσης. Η νέα μελέτη επιβεβαιώνει ότι η βίωση του χρόνου σχετίζεται με ορισμένους νευρώνες, που απελευθερώνουν το νευροδιαβιβαστή ντοπαμίνη και οι οποίοι βρίσκονται στη λεγόμενη «συμπαγή μοίρα της μέλαινας ουσίας». Στους ανθρώπους η καταστροφή αυτής της εγκεφαλικής περιοχής προκαλεί τη νόσο Πάρκινσον, η οποία, μεταξύ άλλων, αλλοιώνει την υποκειμενική αίσθηση του χρόνου.

Με κάποιο τρόπο, οι ερευνητές εκπαίδευσαν - μετά από προσπάθειες μηνών - τα πειραματόζωα να εκτιμούν αν η διάρκεια ενός χρονικού διαστήματος ανάμεσα σε δύο διαδοχικούς ήχους ήταν μικρότερο ή μεγαλύτερο από ενάμισι δευτερόλεπτο, σύμφωνα με το ΑΠΕ.

Στη συνέχεια, μέσω της τεχνικής της οπτογενετικής (δηλαδή της χρήσης του φωτός για τη χειραγώγηση των νευρώνων), παραπλάνησαν τα ποντίκια, να νομίζουν ότι είχε περάσει περισσότερος ή λιγότερος χρόνος από τον πραγματικό. Οι επιστήμονες συμπέραναν ότι ξεγέλασαν τα ποντίκια από την αλλαγή στη συμπεριφορά των ζώων, καθώς ασφαλώς δεν μπορούν να ξέρουν πώς ένα ποντίκι αντιλαμβάνεται υποκειμενικά τον χρόνο.

«Το βασικό μας εύρημα είναι πως δείξαμε ότι η δραστηριότητα των εν λόγω νευρώνων είναι επαρκής, για να αλλάξει τον τρόπο που τα ζώα αντιλαμβάνονται το πέρασμα του χρόνου» δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής.

Το ερώτημα, πλέον, είναι κατά πόσο κάτι ανάλογο συμβαίνει στους ανθρώπους. Οι ερευνητές θεωρούν πολύ πιθανό ότι ένα παρόμοιο νευρωνικό κύκλωμα υπάρχει στον ανθρώπινο εγκέφαλο - και είναι δυνατό να χειραγωγηθεί εξίσου καλά.