Η επέμβαση προστατεύει από τον διαβήτη τόσο επειδή βοηθά αποτελεσματικά στο αδυνάτισμα του ασθενούς, όσο και επειδή βελτιώνει τον τρόπο που λειτουργεί το γαστρεντερικό του σύστημα.

Οι ερευνητές του King's College του Λονδίνου και του Καθολικού Πανεπιστημίου της Ρώμης, με επικεφαλής τον καθηγητή Francesco Rubino έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet».

Παρακολούθησαν 60 παχύσαρκους διαβητικούς ασθενείς ηλικίας από 30 έως 60 ετών με δείκτη μάζας σώματος πάνω από 35. Οι ασθενείς χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες των 20 ατόμων η κάθε μία και ακολούθησαν διαφορετική αντιδιαβητική θεραπεία: είτε συμβατική, είτε γαστρικό «by pass», είτε χολοπαγκρεατική εκτροπή. Μετά από πέντε χρόνια αξιολογήθηκε πόσο αποτελεσματική είχε υπάρξει κάθε μία από τις τρεις μεθόδους, όσον αφορά στον έλεγχο του διαβήτη τύπου 2, με βάση μια σειρά από δείκτες.

Από τους συνολικά 40 ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε μία από τις δύο χειρουργικές επεμβάσεις, σχεδόν οι μισοί (19) εμφάνιζαν πλήρη ύφεση του διαβήτη (με πτώση του σακχάρου στο αίμα σε μη διαβητικά επίπεδα), έναντι κανενός ασθενούς που είχε ακολουθήσει την κλασική αντιδιαβητική θεραπεία.

Οι χειρουργημένοι ασθενείς είχαν χαμηλότερα επίπεδα γλυκόζης (σακχάρου) στο αίμα τους, σε σχέση με όσους δεν είχαν κάνει επέμβαση και συνέχισαν το κλασικό θεραπευτικό σχήμα (φάρμακα και δίαιτα). Επιπλέον οι πρώτοι, καθ' όλη την πενταετία, χρειάστηκε να πάρουν πολύ λιγότερα αντιδιαβητικά και καρδιαγγειακά φάρμακα.

Οι μισοί από τους χειρουργημένους ασθενείς, μετά την αρχική ύφεση του διαβήτη στην πενταετία, εμφάνισαν στη συνέχεια μια ήπια υπεργλυκαιμία. Γι' αυτό οι επιστήμονες επεσήμαναν πως όλοι οι ασθενείς, μετά τη βαριατρική επέμβαση, θα πρέπει να συνεχίσουν να παρακολουθούν το σάκχαρό τους. Όμως όλοι οι χειρουργημένοι ασθενείς μπορούσαν να έχουν υπό πλήρη έλεγχο το σάκχαρό τους μόνο με δίαιτα ή με χάπια μετφορμίνης, χωρίς την ανάγκη να καταφύγουν σε χορήγηση ινσουλίνης.