Η προστασία απέναντι στους οικονοµικούς κινδύνους που δηµιουργεί η ασθένεια, αποτελεί πρωτεύον ζήτηµα πολιτικής υγείας που “ακουµπά” στον πυρήνα του κοινωνικού κράτους. Σύµφωνα µε έρευνα της ΕΣ∆Υ, από τα άτοµα που δεν χρησιµοποιήσαν υπηρεσίες πρωτοβάθµιας φροντίδας υγείας αν και αντιµετώπιζαν πρόβληµα υγείας, το 27,4% δεν έκανε χρήση εξαιτίας αδυναµίας πληρωµής το 2015, έναντι ποσοστού 5,9% το 2006 και 8,5% το 2011. Παράλληλα, αυξάνεται ο αριθμός των ασθενών που αντιµετωπίζουν καταστροφικές δαπάνες, ζήτηµα που αναδεικνύει τις ανισότητες και απειλεί την κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη. Στα παραπάνω, µπορεί να προστεθούν και οι άτυπες πληρωµές, που προσεγγίζουν περίπου το 28% της δαπάνης των νοικοκυριών για την υγεία. 

Όλα αυτά, δείχνουν ότι έχει πληγεί το δίχτυ ασφαλείας και οικονοµικής προστασίας απέναντι στους κινδύνους υγείας, επισημαίνουν οι Έλληνες απόφοιτοι του London School of Economics (LSE), που παρουσίασαν χθες επτά προτάσεις για την έξοδο της χώρας από την κρίση και την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας.

Ο Πρόεδρος Νίκος Σοφιανός, τα μέλη του Δ.Σ. και τα μέλη των Ομάδων Σκέψης του Ελληνικού Συλλόγου Αποφοίτων, επεσήμαναν ότι στόχος δεν είναι η ακαδημαϊκή προσέγγιση, αλλά οι άμεσες και πρακτικές λύσεις. Οι προτάσεις αυτές αποσκοπούν στο να δώσουν διέξοδο στην πολύπλευρη κρίση, προάγοντας τον εξορθολογισμό, την αριστεία και τη δημιουργική σκέψη, κατατείνοντας στον ιδρυτικό στόχο του London School of Economics and Political Science: “For the betterment of society”.

Σε ότι αφορά την υγεία, η αρμόδια Ομάδα Σκέψης με έρευνά της τονίζει ότι για τη µακροπρόθεσµη βιωσιµότητα του εθνικού συστήµατος υγείας, απαιτείται µια στροφή, που θα βασίζεται στην αξιολόγηση των τεχνολογιών, των παρεµβάσεων και των προγραµµάτων που εφαρµόζονται στον τοµέα υγείας. 

Συγκεντρωτικά, οι πυλώνες στους οποίους θα πρέπει να επικεντρωθούν οι προσπάθειες της πολιτείας είναι ο εξορθολογισµός των δαπανών , η ορθή κατανοµή των πόρων, η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο και η τεκµηριωµένη λήψη αποφάσεων βασιζόµενη σε δεδοµένα επιδηµιολογίας, οικονοµικών υγείας και ηλεκτρονικής υγείας. Πλέον, απαιτείται µια δέσµευση της κεντρικής διοίκησης σε ένα εθνικό σχέδιο και ένα κοινωνικό συµβόλαιο για την ισότητα, την αποτελεσµατικότητα, την αποδοτικότητα και τη χρηµατοδοτική δικαιοσύνη.

Τα τελευταία χρόνια, οι πολιτικές συγκράτησης της δαπάνης υγείας επικεντρώθηκαν σε µεγάλο βαθµό στην περιστολή της φαρµακευτικής δαπάνης, η οποία είχε παρουσιάσει ραγδαία αύξηση µέχρι το 2009. Η πλειονότητα των µέτρων που εφαρµόστηκαν στόχευαν στην πλευρά της προσφοράς, ενώ ελάχιστα είχαν εφαρµοστεί στοχεύοντας στη ζήτηση. Πρόσφατα, έχουν εφαρµοστεί µέτρα που στοχεύουν τόσο στη ζήτηση όσο και στην προσφορά, ωστόσο απαιτούνται πιο ρηξικέλευθες προσεγγίσεις. 

Τα τρία κρίσιµα ζητήµα στη φαρµακευτική αγορά αφορούν:

Ενδεικτικά, η εισαγωγή τεχνικών αξιολόγησης τεχνολογίας υγείας αποτελεί πάγια και επιτακτική ανάγκη για τον εισαγωγή κατάλληλων θεραπειών και τον εξορθολογισµό της δαπάνης. Παράλληλα, η χρήση εργαλείων βιοµηχανικής πολιτικής για την ενδυνάµωση της εγχώριας παραγωγής µπορεί να αποτελέσει ένα σηµαντικό εργαλείο, ώστε να δοθεί έµφαση στην έρευνα και ανάπτυξη και να ενδυναµωθεί ο αναπτυαξιακός ρόλος της φαρµακευτικής βιοµηχανίας.

Έρευνα

Αναλυτικότερα, η έρευνα που διεξήχθη σε 171 άτομα της πολιτικής, της δημόσιας διοίκησης του τομέα υγείας, ακαδημαϊκούς, στελέχη της φαρμακοβιομηχανίας, εκπροσώπους ασθενών κλπ, κατέληξε στα παρακάτω συμπεράσματα:

  • H επίδοση των δομών της ΠΦΥ είναι χαμηλή. Το 46% πιστεύει ότι η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας είναι κακή και άλλο ένα 39% μέτρια, το 70% πιστεύει ότι γίνεται κακή διαχείριση των διαθέσιμων πόρων, ενώ σε ότι αφορά την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών, χαρακτηρίζεται ως μέτρια, από το 49% των ερωτηθέντων, ενώ ένα 35% επιπλέον τη χαρακτηρίζει από κακή ως πολύ κακή.
  • Τα δημόσια νοσοκομεία εμφανίζουν κι αυτά μέτρια επίδοση, με το 44% να βρίσκει μέτρια την πρόσβαση σε αυτά και το 32% να βρίσκει τη δυνατότητα πρόσβασης από κακή ως πολύ κακή. Επίσης κακή θεωρεί τη διαχείριση των διαθέσιμων πόρων, το 63% των ερωτηθέντων και άλλο ένα 20% να βρίσκει τη διαχείριση των πόρων μέτρια. Επίσης μέτρια, θεωρεί το 44% την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας στα νοσοκομεία με ένα ποσοστό 19% να τη θεωρεί κακή και ένα 35% από καλή ως πολύ καλή.
  • Το 57% των ερωτηθέντων, απάντησε ότι ο αριθμός των νοσοκομείων είναι υψηλός, ενώ ένα ποσοστό 74% θεωρεί θετική τη συνεργασία μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών νοσοκομείων. Συγκεκριμένα τη συνεργασία αυτή υποστηρίζει το σύνολο των εκπροσώπων πολιτικών χώρων, το 81% των εκπροσώπων της φαρμακοβιομηχανίας, το 78% της ακαδημαϊκής κοινότητας, το 56% των συλλόγων ασθενών και το 50% των παρόχων υπηρεσιών υγείας.
  • Το 61% αναγνωρίζει την υπερπληθώρα του ιατρικού δυναμικού και υποστηρίζει την άρση της μονιμότητας των γιατρών του ΕΣΥ σε ποσοστό 85%, και προτείνουν την αξιολόγησή τους για το κλινικό τους έργο σε ποσοστό 93% αλλά και σε ποσοστό 77% για την οικονομική επιβάρυνση που προκαλούν στο σύστημα υγείας.
  • Αντίστοιχα αναγνωρίζουν σε ποσοστό 83% τον πολύ χαμηλό αριθμό νοσηλευτών.
  • Για τις λίστες αναμονής στις δημόσιες δομές υγείας, αυτή αποδίδεται κατά κύριο λόγο στην έλλειψη υγειονομικού και διοικητικού προσωπικού, στην αναποτελεσματική διοικητική οργάνωση, στην αναποτελεσματική διαχείριση από το υγειονομικό προσωπικό, στην έλλειψη υλικών και τελευταία έρχεται η ανεπάρκεια των κτιριακών υποδομω΄ν.
  • Το 92% των συμμετεχόντων, σημείωσε πως υπάρχει ανάγκη σταθερότητας στις διοικητικές θέσεις βάσει κριτηρίων αξιολόγησης και ανεξάρτητα από τις πολιτικές αλλαγές, με το 75% να επιχειρηματολογεί υπέρ των διοικητικών στελεχών των υπηρεσιών υγείας σε ότι αφορά την εμπειρία και εκπαίδευση.
  • Επίσης, το 68% των ερωτηθέντων, απάντησε θετικά στην συμμετοχή των ασθενών στη λήψη αποφάσεων για την υγεία. Στο θέμα αυτό μόνο το 23% γιατρών, διοικητικών στελεχών και ακαδημαϊκών απάντησε θετικά.
  • Στην ανεπάρκεια των πόρων για την βιωσιμότητα του ΕΣΥ, συγκλίνει το 94% των ερωτηθέντων, και επισημαίνει παράλληλα ότι οι διαθέσιμοι πόροι δεν κατανέμονται σωστά. Όμως το 41% πιστεύει πως με σωστή κατανομή των πόρων θα εξασφαλιζόταν η βιωσιμότητα του ΕΣΥ, ενώ το 44% διαφωνεί.
  • Για την αύξηση της χρηματοδότησης του ΕΣΥ, το 77% υποστήριξε την άντληση ιδιωτικών κονδυλίων από συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, το 69% από ειδικό φόρο κατανάλωσης καπνού, το 66% από ειδικό φόρο κατανάλωσης ποτών και το 40% από ειδικό φόρο κατανάλωσης τροφών με ζάχαρη κι αλάτι, το 27% από ιδιωτική δαπάνη, το 17% από φορολόγηση και το 13% από εργοδοτικές εισφορές.
  • Η πλειονότητα των ερωτηθέντων συμφώνησε στη δυνατότητα επιλογής μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας ασφάλισης σε ποσοστό 70%, στην αύξηση διείσδυσης γενοσήμων σε ποσοστό 68%, στην τιμολόγηση από το κράτος των καινοτόμων φαρμάκων σε ποσοστό 92% με το 79% να προτείνει τη συνολική αξία τους βάσει της σχέσης κόστους - οφέλους. Μάλιστα το 48% απάντησε ότι η ζωή δεν έχει τίμημα, σε ότι αφορά το αποδεκτό ποσό αποζημίωσης για καινοτόμα θεραπεία που δίνει παράταση ζωής τριών μηνών. Στα κριτήρια για την αποζημίωση ενός καινοτόμου φαρμάκου, περιλαμβάνονται κατά 85% η κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια, 68% η οικονομική αποδοτικότητα, 61% η ύπαρξη εναλλακτικών θεραπειών ή όχι και κατά 56% το κοινωνικό όφελος.