Σύμφωνα με νέα μελέτη, που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Δερματολογίας στο Ορλάντο της Φλόριντα, εάν οι ασθενείς με ψωρίαση υποτροπιάσουν στο διάστημα παύσης της θεραπείας τους, στην πλειονότητά τους μπορούν να επιτύχουν τα προηγούμενα υψηλά επίπεδα αποτελεσματικότητας, έπειτα από μόλις 16 εβδομάδες επαναχορήγησης της σεκουκινουμάμπης.

Η ανοσογονικότητα είναι ένα συχνό ζήτημα σε πολλές βιολογικές θεραπείες για την ψωρίαση, οι οποίες χάνουν την μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα με την πάροδο του χρόνου. Η σεκουκινουμάμπη έχει επιδείξει σχεδόν μηδενική ανοσογονικότητα. 

Είναι μια πλήρως ανθρώπινη, στοχευμένη θεραπεία, που αναστέλλει συγκεκριμένα την κυτταροκίνη IL-17A και προηγούμενα δεδομένα έχουν δείξει ότι επιτυγχάνει μακροχρόνια διατήρηση του καθαρού ή σχεδόν καθαρού δέρματος σε έως και 80% των ασθενών.

Επιπλέον είναι ο πρώτος αναστολέας IL-17A που έχει εγκριθεί σε περισσότερες από 65 χώρες για τη θεραπεία της αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας (AS) και της ψωριασικής αρθρίτιδας (PsA), συμπεριλαμβανομένων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ. Η σεκουκινουμάμπη είναι, επίσης, εγκεκριμένη για τη θεραπεία της ψωριασικής αρθρίτιδας και της φλυκταινώδους ψωρίασης στην Ιαπωνία.

Η ψωρίαση είναι μια κοινή, μη μεταδοτική, αυτοάνοση νόσος, που προσβάλλει περισσότερα από 125 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Η ψωρίαση κατά πλάκας είναι η πιο κοινή μορφή της νόσου και εμφανίζεται με τη μορφή επηρμένων ερυθρών κηλίδων, που καλύπτονται από ένα αργυρόχρωο στρώμα συσσωρευμένων νεκρών κυττάρων του δέρματος.

Δεν είναι απλώς ένα αισθητικό πρόβλημα, αλλά μια επίμονη, χρόνια (μακράς διάρκειας) και ορισμένες φορές επώδυνη νόσος, η οποία μπορεί να επηρεάσει ακόμη και τις μικρότερες πτυχές της ζωής των ανθρώπων σε καθημερινή βάση. Ποσοστό έως και 30% των ασθενών με ψωρίαση έχει ή θα αναπτύξει ψωριασική αρθρίτιδα.