Τα άτομα με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HeFH) έχουν μια κληρονομική μορφή υψηλής χοληστερόλης. Tο ήπαρ τους δεν είναι σε θέση να επεξεργαστεί τα φυσικά αποθέματα χοληστερόλης του σώματός τους. Έτσι τα επίπεδα ««κακής» LDL χοληστερόλης ανεβαίνουν πολύ και μπορεί να φράξουν τις αρτηρίες (αθηροσκλήρωση) και να οδηγήσουν σε καρδιακή προσβολή ή σε εγκεφαλικό επεισόδιο. Εάν αφεθούν χωρίς θεραπεία τα άτομα με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HeFH) - έχουν συνήθως επίπεδα LDL χοληστερόλης που φτάνουν τα 200-400mg/dL - διατρέχουν υψηλό κίνδυνο πρόωρης αθηροσκλήρωσης και εκδήλωσης καρδιαγγειακών (CV) επεισοδίων και παρουσιάζουν 20 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής νόσου.

Τα αποτελέσματα της μελέτης ODYSSEY FH Ι και ΙΙ παρουσιάστηκαν στο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Καρδιολογίας (ESC) στο Λονδίνο και δημοσιεύτηκαν στην ιστοσελίδα του European Heart Journal.

Η ανάλυση συμπεριέλαβε 1.257 ασθενείς με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HeFH) - τη μεγαλύτερη ομάδα ασθενών με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HeFH) που έχει ποτέ μελετηθεί σε πρόγραμμα κλινικής μελέτης Φάσης 3. Κατά την 24η εβδομάδα, όταν αξιολογήθηκε το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με alirocumab είχαν κατά μέσο όρο 56% μεγαλύτερη μείωση της LDL-C χοληστερόλης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p <0,0001) και στις δύο ομάδες ασθενών. Οι μειώσεις παρατηρήθηκαν ήδη από την 4η εβδομάδα και διατηρήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας, έως και την 78η εβδομάδα.

«Περίπου το 20% των ασθενών με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HeFH) πέτυχε επίπεδα LDL χοληστερόλης χαμηλότερα των 100 mg/dL με τη χορήγηση στατινών. Σε αυτή την ανάλυση μέχρι και το 75% των ασθενών, στους οποίους  προστέθηκε το alirocumab στην καθιερωμένη θεραπεία, πέτυχε τους στόχους της LDL χοληστερόλης τους ως την 24η εβδομάδα», δήλωσε ο John JP Kastelein, M.D., Ph.D. FESC, Καθηγητής Ιατρικής, Department of Vascular Medicine, Academic Medical Center/Πανεπιστήμιο του Amsterdam, Ολλανδία.

Στο σύνολο της συγκεντρωτικής ανάλυσης, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (που παρατηρήθηκαν σε τουλάχιστον 5% των ασθενών σε οποιαδήποτε ομάδα που έλαβε το alirocumab) ήταν η ρινοφαρυγγίτιδα, η αντίδραση στο σημείο της ένεσης, η γρίπη, η κεφαλαλγία, η λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, η αρθραλγία, η οσφυαλγία, η λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος, και η μυαλγία.