Εδώ και τουλάχιστον 100 χρόνια πιστεύαμε ότι η μεγάλη ανάγκη για διούρηση, μετά την κατανάλωση αρμυρών φαγητών, οφείλεται στα πολλά νερά που ήπιαμε, ως απόρροια της δίψας, που μας προκάλεσε το επιπλέον αλάτι.

Όμως τα νέα ευρήματα Αμερικανών και Γερμανών επιστημόνων, που δημοσιεύθηκαν στην επιθεώρηση Journal of Clinical Investigation, έδειξαν ότι μάλλον το αντίθετο συμβαίνει.

Πώς αντιδρά, λοιπόν, ο οργανισμός στην αυξημένη κατανάλωση αλατιού;

Όπως φαίνεται, η αποβολή του αλατιού απαιτεί υπερπαραγωγή και κατακράτηση του νερού. Αυτό, όμως, απαιτεί πολλή ενέργεια (θερμίδες) κι έτσι, είτε πρέπει να προσλαμβάνουμε περισσότερη τροφή, είτε θα διασπάσει ο οργανισμός μας μυϊκή μάζα, για να βρει την ενέργεια που του χρειάζεται.

«Επειδή η διάσπαση της μυϊκής μάζας είναι βαρύ τίμημα για την αποφυγή της αφυδάτωσης, ο οργανισμός επιλέγει την εναλλακτική λύση, δηλαδή την υπερκατανάλωση τροφής.

Αυτός είναι πιθανότατα και ο λόγος, που, όταν αρχίζουμε να τρώμε αλμυρά φαγητά, όπως τα πατατάκια και οι τηγανητές πατάτες, δεν αρκούμαστε σε μικρές ποσότητες» εξήγησε ο επιβλέπων ερευνητής Jens Titze, αναπληρωτής καθηγητής ιατρικής και μοριακής φυσιολογίας & βιοφυσικής στο Πανεπιστήμιο Erlangen και στο Πανεπιστήμιο Vanderbilt.

Τα πειράματα κράτησαν 205 μέρες. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όταν διπλασίαζαν το αλάτι που έδιναν στους αστροναύτες (από τα 6 γραμμάρια την ημέρα σε 12 γραμμάρια), εκείνοι όχι μόνο δεν έπιναν περισσότερο νερό, αλλά το μείωναν κιόλας, γεγονός που υποδηλώνει πως είτε ο οργανισμός τους αύξανε την κατακράτηση υγρών είτε παρήγαγε περισσότερο και έτσι δεν διψούσαν. Επιπλέον έλεγαν ότι πεινάνε περισσότερο.

Για να βρουν που οφειλόταν αυτό, οι ερευνητές πραγματοποίησαν αντίστοιχα πειράματα σε ποντίκια - τα ευρήματα ήταν ανάλογα.

Πάντως η κατακράτηση νερού, ως αντίδραση στο πολύ αλάτι, μπορεί να έχει παθολογικές συνέπειες, οι οποίες δεν περιορίζονται στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης.

«Η διαδικασία της μυϊκής διάσπασης γίνεται επί εδάφους αυξημένης παραγωγής γλυκοκορτικοειδών (κορτιζόνη) στον οργανισμό, που αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για διαβήτη, παχυσαρκία, οστεοπόρωση και καρδιαγγειακή νόσο» εξήγησε ο επικεφαλής ερευνητής.

«Επομένως το πολύ αλάτι στο φαγητό δεν προδιαθέτει μόνο στην ανάπτυξη υπέρτασης, αλλά και του μεταβολικού συνδρόμου».