Περισσότερες από 10.000 νέες κλινικές μελέτες ξεκινούν κάθε χρόνο διεθνώς και μόνο στην Ευρώπη, επενδύονται περισσότερα από 35 δις ευρώ για κλινική έρευνα. Στη χώρα μας όμως, τόσο ο αριθμός των κλινικών μελετών, όσο και το ύψος των διεθνών επενδύσεων στον τομέα αυτό είναι εξαιρετικά χαμηλό με αποτέλεσμα η Ελλάδα να κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και διεθνώς. 

Αιτία είναι το πλήθος αντικινήτρων στη διαδικασία έγκρισης των κλινικών μελετών, αλλά και στη δυνατότητα απορρόφησης της σχετικής επένδυσης. 

Με δεδομένα τα προβλήματα αυτά, χάθηκαν πάρα πολλές ευκαιρίες – και τώρα πολλές κλινικές μελέτες που θα μπορούσαν να γίνονται στην Ελλάδα, γίνονται σε άλλες χώρες. Μπορεί στις αρχές του 2013 να είχε βελτιωθεί αισθητά το θεσμικό πλαίσιο και να είχαν εξαλειφθεί οι υπερβολικές καθυστερήσεις στην αδειοδότηση, ωστόσο, η αξιοπιστία της χώρας, είχε ήδη πληγεί. Από το 2009 και μετά, πολλές κλινικές έρευνες, ενώ προγραμματίστηκαν να γίνουν στην Ελλάδα, δεν προχώρησαν ποτέ και ματαιώθηκαν.

Τα παραπάνω επισήμανε ο Πρόεδρος του Φαρμακευτικού Φόρουμ του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (EPhForT) κ. Διονύσης Φιλιώτης κατά τη διάρκεια συνάντησης αντιπροσωπείας του EPhForT με τον υπουργό Υγείας Θάνο Δημόπουλο με αντικείμενο την ανάπτυξη κλινικών μελετών στη χώρα.

Στη συνάντηση, ο κ. Φιλιώτης σημείωσε πως δυστυχώς, μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει πολιτική βούληση για έμπρακτη στήριξη της κλινικής έρευνας στη χώρα μας, παρότι υπάρχουν πολλά πλεονεκτήματα, καθώς η ενίσχυση του τομέα μπορεί να αποτελέσει βασικό μοχλό επιστημονικής και κοινωνικής προόδου και ιδιαίτερα σημαντική επένδυση με εξαιρετικά υψηλή προστιθέμενη αξία για την πραγματική οικονομία της χώρας.

Ο κ. Φιλιώτης αναφερόμενος στο οικονομικό σκέλος της επένδυσης στην κλινική έρευνα, σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «Για πολλούς, οι κλινικές έρευνες σημαίνουν 'ζεστό' χρήμα που έρχεται στη χώρα. Όπως είναι γνωστό, με κάθε νέα κλινική έρευνα «εισάγονται» στην Ελλάδα περίπου 250.000 ευρώ, ποσό σημαντικά μεγάλο, για τις δύσκολες εποχές που διανύουμε. Και αν λάβουμε υπόψη μας τους κατάλληλους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι για κάθε νέα έρευνα προκαλείται αύξηση του ΑΕΠ περίπου κατά 500.000 ευρώ.

Στην συνάντηση μετείχαν επίσης οι κ.κ.: Χαρίλαος Λαμπρόπουλος– Καθηγητής Οικονομικών Πανεπιστημίου Πατρών – Γενικός Γραμματέας EPhForT, Ιωάννης Χονδρέλης– Sr Manager Clinical Operations & Regulatory Affairs της Φαρμασέρβ - Λίλλυ ΑΕΒΕ – Ειδικός Σύμβουλος EPhForT και Στέλιος Σμπυράκης – Principal Tax Services και υπεύθυνος Research and Development/ Grants and Incentives της Deloitte Business Solutions - Σύμβουλος EPhForT

Οι εκπρόσωποι του Φόρουμ τόνισαν πως πρέπει η κλινική έρευνα να τύχει της μεγίστης προσοχής από την Πολιτεία, να δοθούν κίνητρα και να εξαλειφθούν τα γραφειοκρατικά εμπόδια.

Επεσήμαναν μάλιστα την ανάγκη μιας νέας Κοινής Υπουργικής Απόφασης που αφορά στη διαδικασία διεξαγωγής κλινικών μελετών η οποία θα συμπληρώνει τις υπάρχουσες, στην κατεύθυνση της εξάλειψης της γραφειοκρατίας, καθώς και στην αυστηρή εφαρμογή των προβλεπόμενων χρονοδιαγραμμάτων από τα Νοσοκομεία και τους Φορείς Οικονομικής διαχείρισης των κλινικών μελετών.  

"Είναι απαραίτητη η δημιουργία φιλικού και ευνοϊκού πλαισίου για την προσέλκυση διεθνών επενδύσεων, προκειμένου  να πολλαπλασιαστεί η επένδυση στην Κλινική Έρευνα", ανέφερε ο κ. Ι. Χονδρέλης.

Ο κ. Στ. Σμπυράκης έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη ύπαρξης κινήτρων, φορολογικών και όχι μόνο, για την προσέλκυση διεθνών επενδύσεων στον τομέα της κλινικής έρευνας και παρουσίασε συγκριτικά στοιχεία για την πολιτική σχετικών κινήτρων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. "Η Ελλάδα είναι για μια ακόμη φορά στη τελευταία θέση στην παροχή κινήτρων", ανέφερε ο κ. Σμπυράκης. Παρουσιάζοντας τα σημαντικότερα σημεία μελέτης της Deloitte «2014 Global Survey of R&D Tax Incentives», μίλησε για την υφιστάμενη κατάσταση και διατύπωσε προτάσεις βελτίωσης των κινήτρων στην Ελλάδα, εστιάζοντας στα κίνητρα που αφορούν κλινικές μελέτες και γενικότερα θέματα του τομέα Life Sciences & Health Care. «Η βελτίωση των κινήτρων έγκειται στην προσπάθεια που πρέπει να γίνει από το ελληνικό κράτος, έτσι ώστε η Ελλάδα να γίνει ανταγωνιστική για την προσέλκυση διεθνών επενδύσεων στον τομέα του φαρμάκου, αξιοποιώντας ταυτόχρονα το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό στον χώρο της Υγείας».

O κ. Χ. Λαμπρόπουλος αναφέρθηκε στην ανάγκη να ενταχθούν οι δαπάνες των κλινικών μελετών στις δαπάνες επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, και συνεπώς να εκπίπτουν φορολογικώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν.2238/1994. Η εν λόγω ρύθμιση θα προσφέρει επιπλέον κίνητρα στις φαρμακευτικές επιχειρήσεις για να εμπλουτίσουν το ερευνητικό τους χαρτοφυλάκιο στη χώρα μας, αναδεικνύοντας τη διεξαγωγή κλινικών μελετών σε σημαντικό μοχλό ανάπτυξης. 

Ο Υπουργός Υγείας κ. Θάνος Δημόπουλος - που ως γνωστόν είναι Καθηγητής, Πρόεδρος Ιατρικής Σχολής & Πρύτανης του ΕΚΠΑ -  έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όλα τα θέματα που παρουσιάστηκαν στην συνάντηση από το Φαρμακευτικό Φόρουμ του ΕΒΕΑ.