Η έλλειψη βιταμίνης D συνήθως παρουσιάζεται σε άτομα με σκουρόχρωμο δέρμα, καθώς η μελανίνη δρα σαν φίλτρο στην απορρόφηση της UVB ακτινοβολίας.

Επιπλέον δεν την έχουν άνθρωποι που εκτίθενται λίγο ή καθόλου στον ήλιο, όπως οι ηλικιωμένοι και τα βρέφη, αυτοί που καλύπτονται πλήρως λόγω θρησκευτικών ή πολιτιστικών πεποιθήσεων, αυτοί που σκοπίμως αποφεύγουν την έκθεση στον ήλιο για λόγους αισθητικούς ή υγείας και οι πάσχοντες από παχυσαρκία, χρόνια νεφρική νόσο, ηπατική ανεπάρκεια, νοσήματα του γαστρεντερικού συστήματος ή όσοι έχουν υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις για την αφαίρεση ή παράκαμψη τμήματος του στομάχου ή του εντέρου.

Επιπλέον όσοι κάνουν χρήση φαρμάκων, που αυξάνουν την κατανάλωση βιταμίνης D, όπως τα αντισπασμωδικά. Τέλος, ανεπάρκεια βιταμίνης D προκαλεί και το γεγονός ότι η D3 δεν περιέχεται πλέον σε επαρκείς ποσότητες στις τροφές, οπότε δεν είναι δυνατό να λαμβάνει όση χρειάζεται ο οργανισμός μέσω της διατροφής.

Αυτά επισημαίνει η Δρ. Νικολέτα Κοΐνη, M.D., πιστοποιημένη γιατρός λειτουργικής, προληπτικής, αντιγηραντικής και αναγεννητικής ιατρικής από την Αμερικανική Ακαδημία Αντιγηραντικής Ιατρικής (http://functionalmedsystem.com).

"Τα επιθυμητά ποσοστά της βιταμίνης D, σε ανθρώπους χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας, πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 60-80 ng/ml. Στην περίπτωση πολλαπλών προβλημάτων, όπως καρδιολογικά, αυτοάνοσα, καρκίνος, τα επίπεδα της βιταμίνης πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτερα για να επιτευχθεί η λεγόμενη «θεραπευτική δράση» της, σε συνεργασία και σε συνδυασμό πάντοτε, με τα επιθυμητά και κατάλληλα επίπεδα μαγνησίου, βιταμίνης Κ2, ψευδάργυρου και βορίου, ώστε να διασφαλίζονται οι λειτουργίες της βιταμίνης D στο σώμα μας".

Η αξία της βιταμίνης D για την ανθρώπινη ύπαρξη γίνεται αντιληπτή, αν αναλογιστεί κανείς ότι υπάρχει πριν από τον ίδιο τον άνθρωπο. Δημιουργήθηκε μέσω της φωτοσύνθεσης πριν από 750 εκατομμύρια χρόνια και εντοπίστηκε σε πρώιμα είδη θαλάσσιου φυτοπλαγκτόν.

Όταν πριν από 350 εκατομμύρια χρόνια οι πρώτοι σπονδυλωτοί οργανισμοί εγκατέλειψαν τους ωκεανούς και βγήκαν στην ξηρά, η βιταμίνη D έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη των ειδών, αφού μέσω αυτής ρυθμίζεται η απορρόφηση του ασβεστίου από τον οργανισμό, άρα και η δυνατότητα δόμησης ισχυρού και υγιούς σκελετού. Τα σπονδυλωτά της ξηράς ανέπτυξαν τη δυνατότητα παραγωγής βιταμίνης D, μέσω της έκθεσης του δέρματός τους στην ηλιακή ακτινοβολία. 

"Ακόμη και σήμερα, ο μηχανισμός παραγωγής της βιταμίνης παραμένει ίδιος. Συγκεκριμένα, στο ανθρώπινο σώμα η παραγωγή της βιταμίνης D γίνεται μέσω της έκθεσης του δέρματος στο ηλιακό φως. Γι’ αυτό και έχει λάβει το προσωνύμιο “βιταμίνη του ήλιου”, επειδή πέραν της πρόσληψής της από τα τρόφιμα, παράγεται φυσικά από τον οργανισμό μας, όταν η ηλιακή ακτινοβολία έρχεται σε επαφή με το δέρμα μας" λέει η κα Κοΐνη.

Με βάση πολλές επιστημονικές μελέτες φαίνεται ότι η βιταμίνη D δεν είναι μόνο απαραίτητη για υγιή οστά και για την πρόληψη παθήσεων, όπως η οστεοπόρωση και η ραχίτιδα (πάθηση που προκαλεί παραμόρφωση των οστών και καθυστερημένη ανάπτυξη), αλλά για το σύνολο του οργανισμού μας.

Ο διακεκριμένος αμερικανός καθηγητής Βιοχημείας, Anthony Norman, στο ομότιτλο βιβλίου για τη βιταμίνη D (που κυκλοφόρησε αρχικά το 1979) την χαρακτηρίζει απαραίτητη για την ομαλή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, τη μυϊκή δύναμη και την εγκεφαλική δραστηριότητα, καθώς και για την έκκριση και για τη ρύθμιση της ινσουλίνης από το πάγκρεας και την ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.

"Η πιο σημαντική ιδιότητα της βιταμίνης D είναι η ρύθμιση της απορρόφησης του ασβεστίου και του φωσφόρου, ενώ είναι απαραίτητη για τη σωστή ανάπτυξη των οστών και των δοντιών και για την πρόληψη πολλών ασθενειών.

Μελέτες έχουν ήδη τεκμηριώσει ότι η έλλειψή της σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με τον καρκίνο, την υπέρταση, τις καρδιοπάθειες, τον αυτισμό, την παχυσαρκία, τον σακχαρώδη διαβήτη, την πολλαπλή σκλήρυνση, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, τη νόσο του Crohn, τη γρίπη και το κοινό κρυολόγημα, την ψωρίαση, τη σηψαιμία, την αϋπνία, την πρόωρη γήρανση, το άσθμα, την κυστική ίνωση, την υπογονιμότητα, την ημικρανία, την κατάθλιψη, τη νόσο Αλτσχάιμερ, τη σχιζοφρένεια, την επιληψία, τα μυϊκά άλγη και πολλές παθήσεις των δοντιών" καταλήγει η ειδικός.