Η κετογονική δίαιτα, μια δίαιτα - «φάρμακο» κατά ορισμένων παθήσεων, θα βρεθεί στο επίκεντρο της συνάντησης διαπρεπών επιστημόνων από όλο τον κόσμο στο Γ.Ν. Παπαγεωργίου, το οποίο έχει διακριθεί για την εφαρμογή της, καθώς η ομάδα του παρακολουθεί εκατοντάδες ασθενείς από δεκάδες χώρες της Ευρώπης και των Βαλκανίων.

Πρόκειται για μια διατροφή που λειτουργεί θεραπευτικά για τα παιδιά με επιληψία, όταν η πάθηση αυτή αποδεικνύεται ανθεκτική στα φάρμακα. Η ομάδα του Παπαγεωργίου την εφαρμόζει εδώ και παραπάνω από μια δεκαετία και έχει αναπτύξει συνεργασία με γιατρούς από διακεκριμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως το αμερικανικό Johns Hopkins, το Harvard Medical School της Βοστόνης και το Πανεπιστημιακό νοσοκομείο Great Ormond Street του Λονδίνου.

Παρακολουθεί εκατοντάδες παιδιά με επιληψία από πολλές γειτονικές χώρες, όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Τουρκία, αλλά ακόμα και η Αυστρία και η Γαλλία. Επιπλέον έχει συνεισφέρει στην μελέτη για την κετογονική δίαιτα και τα αποτελέσματά της και για τον λόγο αυτό έχει βραβευτεί, κατακτώντας παγκόσμια διάκριση.

«Η συνάντηση απευθύνεται σε νευρολόγους, παιδονευρολόγους, διαιτολόγους και σε ενήλικες και γονείς παιδιών με ανθεκτική επιληψία, αυτισμό, κακοήθειες και μεταβολικά νοσήματα. Μέρος της συνάντησης θα περιλαμβάνει επίδειξη παρασκευής κετογονικών γευμάτων και ενημέρωση των γονέων», τονίζει ο πρόεδρος της ημερίδας Αθανάσιος Ευαγγελίου, καθηγητής παιδιατρικής - παιδονευρολογίας ΑΠΘ και διευθυντής της Δ΄ Πανεπιστημιακής Παιδιατρικής Κλινικής του Γ.Ν. Παπαγεωργίου.

Δίαιτα - «φάρμακο»

Η κετογονική δίαιτα προτάθηκε για τη θεραπεία της επιληψίας το 1921, ως μια διατροφή που θα μπορούσε να μιμηθεί τις βιοχημικές αλλαγές που συμβαίνουν στη νηστεία, όπως η οξέωση, η αφυδάτωση και η κέτωση (διάσπαση του λίπους για την παραγωγή ενέργειας και κατά συνέπεια γλυκόζης). Από τότε διεξήχθησαν περισσότερες από 200 τεκμηριωμένες μελέτες, για να αναδείξουν τα πιθανά οφέλη της σε περιστατικά παιδικής επιληψίας, που δεν θεραπεύονται εύκολα.

Όπως εξηγούν οι ειδικοί, είναι μια δίαιτα πλούσια σε λίπη και φτωχή σε υδατάνθρακες. Στόχος της είναι να «αντιγράψει» τις μεταβολικές αλλαγές που συμβαίνουν κατά την παρατεταμένη νηστεία και να προάγει την κέτωση, η οποία χαρακτηρίζεται από αύξηση των κετονών στο αίμα, ουσιών που αποτελούν το κύριο «καύσιμο» του εγκεφάλου, όταν παρατηρείται έλλειψη γλυκόζης.

Ο οργανισμός όσων ακολουθούν την κετογονική δίαιτα χρησιμοποιεί σαν πρώτη ύλη για την παραγωγή ενέργειας τα λιπαρά οξέα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κετονικά σώματα και να μειώνεται η συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων.

Ενώ ένα συνηθισμένο διαιτολόγιο έχει 20% περιεκτικότητα σε λίπος, στην κετογονική δίαιτα το ποσοστό ανεβαίνει στο 70%. Αυτό βοηθάει τον επιληπτικό, διότι αντιμετωπίζει ενεργειακό έλλειμμα. Επιπλέον η συγκεκριμένη δίαιτα αποτελεί πιο οικονομική θεραπεία, συγκριτικά με την φαρμακευτική αγωγή, σύμφωνα με μελέτη του John Hopkins.

Το διατροφικό σχήμα αποτελείται από μέτρια ποσότητα πρωτεϊνης (τυρί, κρέας, ψάρι, αβγά κτλ) και μικρή ποσότητα υδατανθράκων (φρούτα, λαχανικά). Ωστόσο επειδή η κετογονική δίαιτα είναι ανεπαρκής σε βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, είναι απαραίτητη η λήψη συμπληρωμάτων βιταμινών, μετάλλων και ιχνοστοιχείων.

Εξατομικευμένη θεραπεία

Η δίαιτα διαμορφώνεται για κάθε παιδί βάσει μαθηματικού μοντέλου και ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του (φύλο, ηλικία, βάρος, φυσική δραστηριότητα). Είναι υπολογισμένη αυστηρά, περιλαμβάνει μικρό αριθμό γευμάτων την ημέρα, μερίδες συγκεκριμένου βάρους και μικρή ποικιλία τροφίμων.

Τα παιδιά που ακολουθούν την κετογονική δίαιτα απαγορεύεται να καταναλώνουν προϊόντα διατροφής, όπως ρύζι, όσπρια, ζυμαρικά, πατάτες, ψωμί, ζάχαρη και γλυκά. Αν και θεωρείται δύσκολη δίαιτα, συνήθως οι ασθενείς συμμορφώνονται, γιατί έχοντας ταλαιπωρηθεί με φαρμακευτική αγωγή χωρίς αποτέλεσμα, αντιμετωπίζουν την κετογονική δίαιτα ως φάρμακο, που ελπίζουν ότι θα τους ανακουφίσει από το πρόβλημα.

Όπως επισημαίνει ο κ. Ευαγγελίου, είναι μια δίαιτα που αποτελεί θεραπευτική επιλογή για ασθενείς κάθε ηλικίας με διάφορα επιληπτικά σύνδρομα και συστήνεται σε παιδιά κυρίως με επιληψία και αυτισμό, όταν τα φάρμακα δεν έχουν αποτέλεσμα. Αυτός είναι και ο λόγος που τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται όλο και περισσότερο παγκοσμίως. Σύμφωνα με τον ίδιο, έχει σημαντικά πλεονεκτήματα, αλλά πρέπει πάντα να ακολουθείται με ιατρική επίβλεψη και για χρονικό διάστημα μέχρι δύο χρόνων. Διαφορετικά είναι πιθανό να παρουσιαστούν παρενέργειες.