Η πρόσφατη τραγωδία στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής (Δαφνί) έφερε ξανά στο προσκήνιο τα χρόνια προβλήματα που αντιμετωπίζει η περίθαλψη των πασχόντων από σοβαρές ψυχικές διαταραχές. Σε ένα σύστημα υγείας, που η έννοια “ποιότητα” και “αξιολόγηση” είναι ακόμη άγνωστοι όροι, δεν προκαλεί έκπληξη ότι ο τομέας της ψυχιατρικής περίθαλψης υπολείπεται σημαντικά συγκριτικά με άλλους. Αυτό κυρίως οφείλεται στο στίγμα που συνοδεύει τις ασθένειες αυτές και στην αδυναμία ή το δισταγμό των πασχόντων (και των οικογενειών τους) να διεκδικήσουν τα αυτονόητα δικαιώματά τους.

Φυσικά, λάθη ή αστοχίες στην περίθαλψη γίνονται σε όλους τους τομείς υγείας και αυτό δεν κοστίζει μόνο χρήματα, αλλά και ζωές.

Η χώρα μας, για παράδειγμα, αντιμετωπίζει ένα σημαντικό θέμα με τις ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις και πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν (που δεν θα πέθαιναν) εάν οι λοιμώξεις προλαμβάνονταν με πιο αποτελεσματικό τρόπο. Για το λόγο αυτό οι ειδικοί επιστήμονες (ιατροί, λοιμωξιολόγοι, διοικήσεις) σχεδιάζουν προγράμματα πρόληψης των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων. Ο τομέας της ψυχικής υγείας, ωστόσο, έχει τα δικά του προβλήματα και μερικές φορές αυτά δεν γίνονται αντιληπτά ως ιατρικά προβλήματα τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με τον ανάλογο, επιστημονικό, τρόπο.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να καλούνται να λύσουν τα προβλήματα, όχι οι ειδικοί, αλλά οι …εισαγγελείς.

Η τελευταία τραγωδία στο Δαφνί δείχνει με εύγλωττο τρόπο την αδυναμία να συλλάβουμε την ιδιαιτερότητα των σοβαρών ψυχικών ασθενειών και τον τρόπο με τον οποίο αυτές θα πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσα σε ένα σύστημα Υγείας. Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση, που ξεκίνησε στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’80 (με αφορμή τη ντροπή της Λέρου) έδωσε, σωστά, την έμφαση στην αποασυλοποίηση, στο κλείσιμο των μεγάλων ψυχιατρικών ιδρυμάτων, στη δημιουργία μικρών κλινικών μέσα στα γενικά νοσοκομεία και στην ανάπτυξη πολλαπλών κοινοτικών δομών για την αντιμετώπιση των ψυχιατρικών διαταραχών όλου του νοσολογικού φάσματος. Οι υπηρεσίες που προσφέρονται σήμερα δεν έχουν καμιά σχέση με τις αντίστοιχες της δεκαετίας του ’80, αλλά με σημαντικό κόστος το οποίο χρηματοδότησαν πλουσιοπάροχα οι Έλληνες και οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι πολίτες.

Στη διαδρομή, ωστόσο, αυτή ξεχάσαμε ορισμένα βασικά θέματα. Οι σοβαρές ψυχικές ασθένειες δεν θα εξαφανιστούν επειδή αποφασίσαμε να κλείσουμε τα μεγάλα ψυχιατρεία. Μπορεί η ανάγκη για νοσηλεία να είναι πιο περιορισμένη για κάποιους όμως ασθενείς είναι επιβεβλημένη. Το αίτημα για εκδημοκρατισμό και εξανθρωπισμό της ψυχιατρικής περίθαλψης οδήγησε στη δημιουργία νοσοκομειακών δομών “ανοικτού” τύπου που είναι κατάλληλες για πολλούς ασθενείς αλλά ακατάλληλες και ίσως επικίνδυνες για άλλους ασθενείς. Είναι ενδεικτικό ότι αυτή τη στιγμή οι περισσότερες ψυχιατρικές κλινικές στα γενικά νοσοκομεία έχουν πολιτική “ανοικτής” πόρτας παρότι νοσηλεύουν ασθενείς χωρίς τη θέλησή τους (ακούσιες νοσηλείες) ύστερα από εισαγγελική παραγγελία. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι αδύνατο να εξασφαλιστεί η ασφαλής παραμονή των ασθενών στις κλινικές με αποτέλεσμα την υπερθεραπεία ή την πιο συχνή χρήση μηχανικής καθήλωσης.

Μια ειδική περίπτωση αποτελούν επίσης οι ασθενείς που νοσηλεύονται βάσει του άρθρου 69 του ποινικού κώδικα, δηλαδή οι ασθενείς με ποινικά αδικήματα τα οποία αποδόθηκαν σε σοβαρή ψυχική νόσο. Οι ασθενείς αυτοί, παρότι θα έπρεπε να νοσηλεύονται σε εξειδικευμένες μονάδες Δικαστικής Ψυχιατρικής, νοσηλεύονται στα δημόσια Ψυχιατρεία υπό ακατάλληλες συνθήκες. Η επιστημονική κοινότητα έχει επανειλημμένως ζητήσει τη δημιουργία τέτοιων μονάδων, αλλά ουδέποτε αυτές δημιουργήθηκαν. Το αποτέλεσμα το είδαμε ξανά πρόσφατα στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής.

Η ιδιαιτερότητα της ψυχιατρικής νοσηλείας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στον επανασχεδιασμό των ενδονοσοκομειακών δομών. Είναι πιστεύω απαραίτητο να υπάρξει διαβάθμιση της ασφάλειας των ψυχιατρικών κλινικών. Χρειαζόμαστε πολλές κλινικές με ανοικτές πόρτες (για την αντιμετώπιση των περισσότερων περιστατικών), αρκετές κλινικές με ελεγχόμενη πρόσβαση (χαμηλής — μέτριας ασφαλείας), και 1–2 κλινικές υψηλής ασφαλείας για τις ειδικές περιπτώσεις των ασθενών του άρθρου 69. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε άλλες χώρες της Ευρώπης υπάρχουν εκτεταμένες οδηγίες για τις προδιαγραφές ασφαλείας των ψυχιατρικών κλινικών. Από τις πιο λεπτομερείς είναι οι οδηγίες του Βασιλικού Κολεγίου Ψυχιάτρων της Μ. Βρετανίας (διαθέσιμες σε αυτό το σύνδεσμο).

Η δημιουργία μιας επιτροπής για την ποιότητα και την ασφάλεια της ενδονοσοκομειακής ψυχιατρικής νοσηλείας και η στελέχωσή της με ειδικούς επιστήμονες και επαγγελματίες του χώρου αποτελεί νομίζω το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε, εάν θέλουμε να παραμερίσουμε τις προκρούστειες τακτικές και να εξασφαλίσουμε το σεβασμό των δικαιωμάτων των ασθενών, την αποκατάσταση της υγείας τους και την προστασία του κοινωνικού συνόλου.

Πέτρος Σκαπινάκης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων