Αντίθετα αποτελέσματα αναμένεται να φέρει τελικά η περαιτέρω μείωση των τιμών των γενοσήμων, σε συνδυασμό με την υποχρεωτική συνταγογράφηση μόνο με τη δραστική ουσία, επισημαίνει η ελληνική φαρμακοβιομηχανία, μετά την ισχύ του νέου τρόπου κοστολόγησης, σε εφαρμογή των μνημονιακών απαιτήσεων.

Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ) κ. Θεόδωρος Τρύφων, επισημαίνει πως ουσιαστικά, με την υποχρεωτική συνταγογράφηση με δραστική ουσία, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν συνταγογραφούνται γενόσημα ή φάρμακα εκτός προστασίας πατέντας, με αποτέλεσμα να πλήττεται ο στόχος για αύξηση της χρήσης των γενοσήμων. Και επιπλέον, η αποκλειστική συνταγογράφηση με την δραστική ουσία, δημιουργεί μονοπώλιο στην ενημέρωση, προς όφελος των πρωτοτύπων φαρμάκων, οδηγώντας έτσι σε μόχλευση της αγοράς.

Την ίδια στιγμή δε, που πρακτικά, οι γιατροί συνταγογραφούν πρωτότυπα φάρμακα, προστατευόμενα από πατέντα.

Στο φαρμακείο, τώρα, δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό κίνητρο για τους φαρμακοποιούς να χορηγούν γενόσημα. Αντίθετα, υπάρχουν μόνο αντικίνητρα. Και αυτό γιατί τα γενόσημα, καθώς είναι φθηνότερα, φέρνουν μικρότερο κέρδος στο φαρμακοποιό (ως ποσοστό επί της τιμής του φαρμάκου), ενώ τα πρωτότυπα έχουν συνήθως, αυξημένη ιδιωτική συμμετοχή.

Έτσι, παρότι στόχος της εφαρμογής της συνταγογράφησης μόνο με δραστική ουσία ήταν η αύξηση της χρήσης των γενοσήμων, τελικά, έχει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.

Επιπλέον, με την μονομερή επικέντρωση στις μειώσεις τιμών των παλαιών φαρμάκων, σημείο στο οποίο επιμένουν οι δανειστές, πολλά παλαιά και ήδη φθηνά φάρμακα να φύγουν από την αγορά, καθώς οδηγούνται σε υποκατάσταση από νεότερα και ακριβότερα. Στο σημείο αυτό η ΠΕΦ εξετάζει νομικά πώς θα αντιδράσει.

«Όποιος γνωρίζει πως λειτουργεί η φαρμακευτική αγορά γελάει - για να μην πω κλαίει - με τα μέτρα που έχουν επιβληθεί και τα οποία οδηγούν τελικά στο αντίστροφο αποτέλεσμα από το επιθυμητό. Αυτό αναρωτιόμαστε αν είναι τυχαίο», δηλώνει χαρακτηριστικά ο κ. Τρύφων.

Ο πρόεδρος της ΠΕΦ σημείωσε πως η εγκύκλιος Κουρουμπλή για τη συνταγογράφηση αναφέρει πως ο γιατρός «δύναται να προτείνει» φάρμακο, γεγονός που διαφυλάσσει το συνταγματικό δικαίωμα του γιατρού και παράλληλα δεν επηρεάζει τα οικονομικά των ταμείων, αφού τα τελευταία συνεχίζουν να αποζημιώνουν βάσει του χαμηλότερου φαρμάκου αναφοράς.

Με δεδομένα τα παραπάνω, ήδη η ΠΕΦ έχει στείλει ενημερωτικό σημείωμα στις ηγεσίες των κοινοβουλευτικών κομμάτων και τα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου, επιχειρώντας να αποτυπώσει την ακολουθούμενη φαρμακευτική πολιτική  σε συνδυασμό με τις θέσεις της Ελληνικής Φαρμακοβιομηχανίας. 

Ο κ. Τρύφων επισημαίνει ότι από τις μέχρι σήμερα πολιτικές, αντί το Ελληνικό Φάρμακο να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο ανάπτυξης (είναι το τρίτο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας και μάλιστα με ισχυρό στοιχείο έρευνας για την ανάπτυξή του, κυρίως γενόσημο, αλλά και πρωτότυπο) η δυνατότητα αυτή μένει αναξιοποίητη, εξαιτίας των σημαντικών αντικινήτρων, τα οποία έχουν μάλιστα ενισχυθεί, από την εφαρμογή των μνημονιακών υποχρεώσεων. Και τονίζει ότι πρέπει να υπάρξει φαρμακευτική πολιτική - που αυτή τη στιγμή απουσιάζει - και να επικεντρωθεί στο ποιοτικό και οικονομικό ελληνικό φάρμακο, που έχει εγχώρια προστιθέμενη αξία, και το οποίο αν χρησιμοποιηθεί σωστά μπορεί να δώσει λύσεις».

Για να προσθέσει: "Στόχος θα πρέπει να είναι, το 75% του όγκου να αποτελείται από εγχωρίως παραγόμενα φάρμακα. Ο στόχος αυτός προϋποθέτει α) την ορθολογική τιμολόγηση των γενοσήμων, ώστε να παραμένουν στο σύστημα και β) τη δυνατότητα πρότασης από τον ιατρό του γενοσήμου φαρμάκου που εμπιστεύεται.

Στο ενημερωτικό σημείωμα της ΠΕΦ τονίζεται πως «η εισαγωγή φαρμάκων, τα οποία μπορούν να παραχθούν στη χώρα από ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες σε φθηνότερες τιμές και με σημαντική προστιθέμενη αξία, αποτελεί απαράδεκτη οικονομική αιμορραγία».

Ακόμη, «τονίζεται ότι α) ο έλεγχος της συνταγογράφησης, β) ο εξορθολογισμός της χρήσης και της κατανάλωσης των φαρμάκων, γ) η αξιολόγηση και ασφαλιστική αποζημίωση των νεότερων ακριβών φαρμάκων, έχουν μεγαλύτερη σημασία από τη μονοδιάστατη επικέντρωση στις τιμές, ειδικά των παλαιότερων καταξιωμένων ελληνικών φαρμάκων, τα οποία ούτως ή άλλως αποτελούν τις οικονομικότερες επιλογές για το σύστημα υγείας και τους ασφαλισμένους».