Η σημασία της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας για την εθνική οικονομία και την κοινωνία είναι αδιαμφισβήτητη. Παρά τις καταιγιστικές αλλαγές των τελευταίων χρόνων στο χώρο του φαρμάκου, το δυσμενές υφεσιακό περιβάλλον των μνημονιακών πολιτικών, τα οριζόντια ισοπεδωτικά μέτρα με στόχο την περιστολή της φαρμακευτικής δαπάνης, την επενδυτική καχεξία και την έλλειψη ρευστότητας, η ελληνική παραγωγή φαρμάκων δείχνει αξιοσημείωτη αντοχή και ικανότητα προσαρμογής. Όμως σε ένα τόσο δυναμικό περιβάλλον, η επιβίωση των φαρμακευτικών επιχειρήσεων δεν είναι δεδομένη: Η επίτευξη των μνημονιακών στόχων για το φάρμακο συνεπάγεται νέα σκληρά μέτρα που θέτουν και πάλι εν αμφιβόλω την βιωσιμότητα του ελληνικού φαρμάκου. 

Οι στρεβλοί κανόνες της ανατιμολόγησης έχουν σαν αποτέλεσμα τη δραματική μείωση των τιμών των ελληνικών φαρμάκων που στο πλαίσιο των συνεχών ανατιμολογήσεων σήμερα υπερβαίνει μεσοσταθμικά το 70% σε σχέση με τις τιμές του 2010. Ο κύριος όγκος των ελληνικών φαρμάκων έχει πλέον τιμές που δεν ξεπερνούν τα 6-7 ευρώ ενώ κατά την τελευταία πρόσφατη ανατιμολόγηση του Μαΐου, υπέστησαν νέες μειώσεις που σε κάποιες περιπτώσεις ξεπέρασαν το 25%

H τιμολόγηση των φαρμάκων εκτός πατέντας με τον μέσο όρο των 3 χαμηλότερων τιμών της Ευρώπης και η συσχέτιση της τιμής των γενοσήμων στο 65% της τιμής των φαρμάκων εκτός πατέντας, δημιουργεί ένα σπιράλ απαξίωσης για τις δύο αυτές πολύ σημαντικές κατηγορίες φαρμάκων σε σημείο τέτοιο ώστε μια σειρά από παλαιότερες δραστικές ουσίες που χρησιμοποιούνται ευρέως ως αποτελεσματικές θεραπείες να κινδυνεύουν με υποχρεωτική διακοπή της κυκλοφορίας τους. Μετά την απόσυρση των παλαιών οικονομικών φαρμάκων από την αγορά ακολουθεί η στροφή της συνταγογράφησης στα νεότερα ακριβότερα φάρμακα. Το παράδοξο είναι ότι παρά την τεράστια μείωση των τιμών τους, τα μερίδια αγοράς των ελληνικών φαρμάκων, στην πλειοψηφία τους γενόσημα, εξακολουθούν να βρίσκονται ουσιαστικά καθηλωμένα σε πολύ χαμηλά επίπεδα μεταξύ 23% - 24% και σίγουρα πολύ μακριά από τον στόχο του 60%

Την ίδια στιγμή, τα νέα ακριβά φάρμακα που εισάγονται σε καθεστώς αποζημίωσης από τη δημόσια ασφάλιση και τα νοσοκομεία χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση του βαθμού της καινοτομίας που ενσωματώνουν καθώς και της σχέσης κόστους / αποτελεσματικότητας αποτελούν τη βασική αιτία αύξησης της φαρμακευτικής δαπάνης. Υπό τις παρούσες συνθήκες το σύστημα της τιμολόγησης λειτουργεί ως μηχανισμός καταστροφής των παλαιών καταξιωμένων φαρμάκων και διόγκωσης της φαρμακευτικής δαπάνης.

Εντούτοις η τιμολόγηση είναι ένα μόνο από τα θέματα που προβληματίζουν τις φαρμακοβιομηχανίες και την Πολιτεία που ενδιαφέρεται για την επάρκεια της αγοράς και την πρόσβαση σε κάθε απαραίτητη θεραπεία εντός του ασφυκτικού πλαισίου των μνημονιακών περιορισμών. Το πρόσφατα ψηφισμένο πολυνομοσχέδιο μεταξύ άλλων προβλέπει αυξημένο rebate βάσης για όλα τα φάρμακα κατά 55%, από 9% σε 14%, μια επιβάρυνση που αφορά σε όλες τις φαρμακευτικές εταιρείες ακόμα και εκείνες που διαθέτουν πολύ οικονομικά σκευάσματα και μικρούς τζίρους. Ακόμη, η επιβολή ενός πρόσθετου οριζόντιου rebate 25% για δύο χρόνια σε όλες τις νέες δραστικές που προστατεύονται από πατέντο, χωρίς καν αυτές να αξιολογούνται, αναμένεται να δημιουργήσει προβλήματα στην πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία. Με το νέο σύστημα υπολογισμού και τα αυξημένα ποσοστά, η συνολική επιβάρυνση του rebate για τον φαρμακευτικό κλάδο για το πρώτο τρίμηνο του 2017 ξεπέρασε τα 110 εκατ. ευρώ.

Σε ότι αφορά στο clawback, δηλαδή στην υποχρεωτική επιστροφή κάθε ποσού που υπερβαίνει τους πολύ χαμηλούς φαρμακευτικούς προϋπολογισμούς στον ΕΟΠΥΥ και στα νοσοκομεία, η κατάσταση είναι ακόμα πιο ζοφερή καθώς παρ’ όλες τις παρεμβάσεις στην αγορά του φαρμάκου, το τελικό ποσό που καλούνται να επιστρέψουν όλες οι φαρμακευτικές εταιρείες μεγαλώνει διαρκώς. Ενώ το 2012 το clawback έφτασε τα 79 εκατ. ευρώ, το 2017 αναμένεται να ξεπεράσει τα 400 εκατ. ευρώ, ενώ και στην νοσοκομειακή δαπάνη οι υπερβάσεις θα φθάσουν τα 150 εκατ. ευρώ. 
Το clawback αποτελεί μία «βραδυφλεγή βόμβα» στα θεμέλια κάθε φαρμακευτικής εταιρείας, ικανής να ανατρέψει κάθε οικονομικό σχεδιασμό. Ακόμη περισσότερο το clawback αδικεί κατάφωρα τις ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες που παράγουν οικονομικά γενόσημα φάρμακα που ακριβώς επειδή υποκαθιστούν ακριβότερες θεραπείες, όχι μόνο δεν αυξάνουν τη δαπάνη αλλά αντιθέτως δημιουργούν εξοικονομήσεις όσο περισσότερο χρησιμοποιούνται. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι το clawback εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το 2012 ως έκτακτο μέτρο με στόχο την επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, όμως από τότε έχει μετατραπεί σε δομικό στοιχείο της φαρμακευτικής πολιτικής επιβαρύνοντας άδικα τα γενόσημα φάρμακα. Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία θεωρεί ότι η υπέρβαση θα πρέπει να βαραίνει μόνο εκείνον που τη δημιουργεί και κατά συνέπεια απορρίπτει καταρχήν την εφαρμογή του clawback στα γενόσημα με όποιον τρόπο και αν αυτό υπολογίζεται. 

Φαίνεται ότι οι επιπτώσεις της σημαντικής καθυστέρησης στην εφαρμογή ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων για τον εξορθολογισμό της αγοράς και την καταπολέμηση των γενεσιουργών αιτίων της φαρμακευτικής δαπάνης τώρα μόλις έχουν αρχίσει να γίνεται αντιληπτές. Η αγορά του φαρμάκου αποτελεί πλέον πεδίο τεράστιων στρεβλώσεων για τη θεραπεία των οποίων επιστρατεύονται οριζόντια μέτρα επί δικαίων και αδίκων που απλώς περιπλέκουν ακόμη περισσότερο το σημερινό αδιέξοδο.

Η μόνη βιώσιμη προσέγγιση αφορά στην αύξηση του φαρμακευτικού προϋπολογισμού του ΕΟΠΠΥ και των νοσοκομείων από τα σημερινά αποδεδειγμένα ανεπαρκή επίπεδα, στον ουσιαστικό έλεγχο της συνταγογράφησης, στην πλήρη εφαρμογή δεσμευτικών θεραπευτικών πρωτοκόλλων, στην παροχή ουσιαστικών κινήτρων για την προτίμηση οικονομικότερων θεραπειών και στην δημιουργία ενός φορέα αξιολόγησης του βαθμού καινοτομίας και του θεραπευτικού οφέλους των νέων ακριβών φαρμάκων. 

 

Ο Μάρκος Ολλανδέζος είναι Επιστημονικός Διευθυντής της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας