Τα νέα ανησυχητικά στοιχεία προέκυψαν από μελέτη που δημοσίευσαν στο περιοδικό PLoS Medicine ειδικοί του ΠΟΥ και διεθνής ομάδα ερευνητών, οι οποίοι, μάλιστα, κάνουν λόγο για "σοβαρή κατάσταση".

Το υπερμικρόβιο μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή και μολύνει γεννητικά, όργανα, πρωκτό και λαιμό (μέσω στοματικού σεξ). Τα πρώτα, πανανθεκτικά (που δεν αντιμετωπίζονται με κανένα αντιβιοτικό) κρούσματα της νόσου καταγράφηκαν, ήδη, στην Ιαπωνία, στη Γαλλία και στην Ισπανία.

βλεννόρροια (γονόρροια) προκαλείται από ένα πολύ έξυπνο μικρόβιο", δήλωσε η Dr. Teodora Wi, ειδική σε θέματα ανθρώπινης αναπαραγωγής στην έδρα του ΠΟΥ, στη Γενεύη.

"Κάθε φορά που εισάγουμε ένα νέο αντιβιοτικό για να την αντιμετωπίσουμε, το υπαίτιο βακτήριο βρίσκει τρόπο να αναπτύσσει αντοχή σε αυτό. Μετά τη διάγνωση οι ασθενείς εξαφανίζονται και δεν επιστρέφουν για επανεξέταση. Όμως μπορεί να μολύνουν κι άλλους, καθώς το σούπερ μικρόβιο μεταδίδεται εύκολα με την σεξουαλική επαφή χωρίς προφυλάξεις".

Η διεθνής επιστημονική κοινότητα εκφράζει φόβους ότι αυτά τα περιστατικά ίσως είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου.

Κάθε χρόνο υπολογίζεται ότι μολύνονται 78 εκατομμύρια άνθρωποι, με τις περισσότερες γυναίκες και με το 40% των ανδρών να μην εμφανίζουν συμπτώματα. Η μη αντιμετώπιση της λοίμωξης προκαλεί υπογονιμότητα και στα δύο φύλα, εκτοξεύοντας, παράλληλα, τις πιθανότητες να μολυνθούν και με τον ιό HIV, του έιτζ.

Η αντιμετώπιση της νόσου γίνεται με αντιβιοτική αγωγή. Aλλά μεταξύ 2009 και 2014 υπήρξε εκτεταμένη αντοχή στην πρώτη γραμμή θεραπείας με το αντιβιοτικό σιπροφλοξασίνη (ciprofloxacin). Αυτό είχε ως συνέπεια να χρησιμοποιηθεί ευρέως ένα άλλο αντιβιοτικό, η αζιθρομυσίνη (azithromycin), στην οποία, επίσης, αναπτύχθηκε εκτεταμένη αντοχή, με επακόλουθο να καταφύγουν οι γιατροί ανά τον κόσμο στην τελευταία γραμμή άμυνας: τις κεφαλοσπορίνες β’ και γ’ γενιάς (extended-spectrum cephalosporins, ESCs).

Στις περισσότερες χώρες, οι κεφαλοσπορίνες β’ και γ’ γενιάς αποτελούν, πλέον, τα μοναδικά αντιβιοτικά που παραμένουν αποτελεσματικά εναντίον της βλεννόρροιας, αλλά ήδη σε 50 χώρες αναφέρεται ολοένα μεγαλύτερη ανθεκτικότητα του υπαίτιου βακτηρίου και σε αυτές, όπως εξήγησε σε συνέντευξη τύπου στη Γενεύη η Dr. Manica Balasegaram, διευθύντρια του Διεθνούς Ερευνητικού Κέντρου για τα Αντιβιοτικά.