Πριν από περίπου 4 μήνες δημοσιεύσαμε στο Global Policy του LSE τη μελέτη «Is the Funding of Public National Health Systems Sustainable over the Long Term? Evidence from Eight OECD Countries", η οποία κατεδείκνυε ότι σε οκτώ χώρες του ΟΟΣΑ (δεν περιλαμβάνονταν η Ελλάδα) υπάρχει ένα χρηματοδοτικό κενό στην υγεία. Στη μελέτη δείχναμε σε ποιο σημείο είμαστε τώρα ή που ήμασταν πριν από ένα – ενάμιση χρόνο, τι πόρους έχουμε και πως αυτοί οι πόροι κατανέμονται στο χώρο της υγείας,  και που θα πρέπει να βρισκόμαστε στα επόμενα τρία με τέσσερα χρόνια σε σχέση με τις ανάγκες που παρουσιάζονται στις χώρες αυτές. 
Ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα από αυτή τη μελέτη ήταν ότι για επόμενα τέσσερα με πέντε χρόνια, η ανάγκη για δαπάνες υγείας θα αυξάνεται κατά μέσο όρο σε αυτές τις χώρες με ρυθμό 5% με 7%. Εάν πάρουμε δηλαδή την αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης, τη γήρανση του πληθυσμού, τις τεχνολογίες και ένα σημαντικό αριθμό άλλων παραγόντων, θα δούμε ότι η πραγματική αύξηση των δαπανών υγείας η οποία ενδείκνυται για να κρατήσουμε το επίπεδο υπηρεσιών σε αυτό που έχουμε τώρα, είναι της τάξεως του 5% με 10% κατ’ έτος, ανάλογα με τη χώρα 

Άρα έχουμε ένα χρηματοδοτικό κενό (funding gap) όχι μόνο στη χώρα μας αλλά γενικότερα στο χώρο της υγείας της τάξεως αρκετών δισεκατομμυρίων. Για παράδειγμα για μια χώρα όπως η Αγγλία που έχει ένα προϋπολογισμό υγείας γύρω στα 100-110 δισεκατομμύρια στερλίνες χρειάζεται γύρω στα 15 με 20 δις στερλίνες παραπάνω για να κρατηθεί στο ίδιο επίπεδο ποιότητας παροχής υπηρεσιών υγείας τα επόμενα χρόνια και  τα οποία δεν τα έχει.
Άρα βλέπουμε ότι υπάρχει αυτό το  funding gap. Και το ερώτημα που τίθεται, είναι τι είδους κοινωνικές υπηρεσίες θέλουμε, ποιες από αυτές τις υπηρεσίες θέλουμε. Θέλουμε υγεία; Θέλουμε παιδεία; Θέλουμε συντάξεις; Θέλουμε άμυνα; Θέλουμε μεταφορές; Θέλουμε κοινωνική ασφάλιση; Τι ακριβώς θέλουμε; Που πρέπει να είναι ουσιαστικά η προσοχή μας; 

Η χώρα μας είναι σε δεινή κατάσταση και αυτό είναι ένα το κρατούμενο. Και όχι μόνο η δεινή κατάσταση χειροτερεύει, αλλά χειροτερεύει χρόνο με το χρόνο. Θα πρέπει να πούμε ότι αυτό που χρειάζεται επίσης από τους κυβερνώντες και τους μη κυβερνώντες, είναι αφ' ενός μεν να υπάρξει μια συναίνεση (consensus) για το που πηγαίνουμε τα επόμενα δέκα χρόνια, γιατί ουσιαστικά θα πρέπει να δούμε την κοινωνική πολιτική σε βάθος δεκαετίας κατά πρώτον και κατά δεύτερον θα πρέπει να δούμε αν υπάρχει ένα όραμα για το που θα πάει η χώρα την επόμενη δεκαετία.
Αυτό το όραμα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να έχουμε κάποιο είδους consensus, πρώτον και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να έχουμε κάποιου είδους σκέψεις δηλαδή πίσω από αυτό. Άρα με αυτές τις σκέψεις ξεκινάμε.

Προχωρήσαμε σε μία νέα μελέτη περιλαμβάνοντας  βόρειες χώρες όπως η Γερμανία, η Ιρλανδία, το Βέλγιο, η Σουηδία, η Αυστρία και η Βρετανία και έχουμε και όλες τις νότιες χώρες η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία, αν την βάλουμε στις νότιες χώρες. 
Αυτό που είναι σημαντικό να δει κανείς είναι ότι συστήματα καθολικής κάλυψης όπως αυτό που έχουμε στη Βρετανία ή στη Δανία ή στη Σουηδία ξοδεύουν γύρω στο 7,5 με 8% του ΑΕΠ ίσως και 8,5 ίσως και 9% σε μερικές περιπτώσεις στις δαπάνες  υγείας.
Η χώρα μας διαχρονικά ξόδευε γύρω στο 5,5% με 6% το οποίο υποχώρησε στο 4,5 με 5% τα τελευταία χρόνια και πλέον έχει ανεβεί στο 5,1-5,2%, με βάση τα τελευταία στοιχεία.  Αυτό παρουσιάζει μια σειρά από προβλήματα. Ένα πρόβλημα είναι πως κατανέμεται αυτό το 5%, σε ποιους, που το ξοδεύουμε και ποιος πληρώνει τα copayments. Γιατί ουσιαστικά αν έχουμε μια κατάσταση όπου η συνολική δημόσια δαπάνη είναι γύρω στο 7 - 7,5% άντε 8% σημαίνει ότι 3 με 3,5 ποσοστιαίες μονάδες τις πληρώνουμε εμείς σαν χρήστες υγείας.

Παράλληλα αυτό που ονομάζουμε effective copayment – αποτελεσματική συγχρηματοδότηση, είναι της τάξεως του 4 – 5% άντε 10%. Άρα ενώ ο μέσος Έλληνας χρήστης πληρώνει γύρω στο 25% με 30% μπορεί και παραπάνω της δαπάνης από την τσέπη του, ο μέσος Ευρωπαίος με βάση τις χώρες που ανέφερα πληρώνει γύρω στο 10% με 15% και ενδεχομένως και λιγότερο. Αυτή είναι η μία τάση και δεν υπάρχει τρόπος να αναστραφεί αυτή τη στιγμή, δηλαδή δεν υπάρχει περίπτωση εμείς την επόμενη πενταετία ή δεκαετία να πιάσουμε τη Σουηδία ή τη Βρετανία η οποία αντιμετωπίζει κι εκείνη πάρα πολλά προβλήματα, ή το Βέλγιο, ή την Αυστρία.
Άρα θα πρέπει να δούμε πως θα καλυφθεί αυτό το  funding gap που έχουμε και το οποίο διευρύνεται διότι είμαστε μια χώρα της οποίας ο πληθυσμός συνεχίζει να γηράσκει, είμαστε μια χώρα η οποία προφανώς θέλει να έχει την καλύτερη ποιότητα από πλευράς Υπηρεσιών υγείας. Είμαστε μια χώρα όπου θέλουμε να έχουμε την τεχνολογία στη ζωή μας είτε αυτή έχει να κάνει με τις ιατρικές τεχνολογίες σε νοσοκομειακό επίπεδο, είτε με τα καινούργιο φάρμακα και τα λοιπά.

Αυτή η τάση που βλέπουμε στη δική μας χώρα είναι δύσκολο να αναστραφεί. Θα μπορούσε να αναστραφεί, αλλά θα πρέπει να κάνουμε κάποιου είδους στρατηγικές μεταβολές στον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούμε άλλες υπηρεσίες.

Ο κ. Πάνος Καναβός, είναι Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Υγείας του LSE