Διπλή ανάγνωση χρήζουν τα στοιχεία του ΕΟΠΥΥ και τα οποία αφορούν στη συνταγογράφηση διαγνωστικών και εργαστηριακών εξετάσεων. Από τη μια μεριά διαπιστώνεται σημαντική μείωση τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο, η οποία συνολικά ξεπερνά τις 1,1 εκατομμύρια συνταγογραφούμενες εξετάσεις, από τη άλλη όμως το Μάρτιο και πάλι φαίνεται σημαντική άνοδος η οποία μεταφράζεται σε επιπλέον 1,3 εκατομμύριο εξετάσεις.   
Παρατηρώντας διαχρονικά τα στοιχεία, διαπιστώνεται ότι η υποκοστολόγηση του Δεκεμβρίου του 2015 οδήγησε σε αύξηση κατά σχεδόν 1.000.000 εξετάσεις τον Ιανουάριο του 2016 (σύγκριση με Ιανουάριο του 2015). Η αύξηση αυτή εξαφανίστηκε τον Μάιο του 2016 (σύγκριση με Μάιο του 2015) οπότε και μπήκε σε εφαρμογή η πρόταση του Οργανισμού και αρχισαν αν εφαρμόζονται κόφτες στη συνταγογράφηση.  Με την εφαρμογή της νέας πρότασης του Οργανισμού τον Δεκέμβριο εμφανίζεται περεταίρω μείωση σε σχέση με τον αντίστοιχο Δεκέμβριο του 2015.
 
Η μείωση αυτή συνεχίζεται και κατά τους πρώτους 2 μήνες του 2017 καθώς ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος του 2017 εμφανίζουν επίπεδα συνταγογράφησης χαμηλότερα από τους δύο αντίστοιχους μήνες του 2016. Τα πράγματα όμως αλλάζουν το Μάρτιος του 2017 με τον αριθμό των συνταγών να αυξάνεται καθώς ενσωματώθηκαν οι 86 νέες εξετάσεις  οι οποίες πλέον θα αποζημιώνονται άμεσα από τον οργανισμό και μάλιστα είναι ιδιαίτερα σημαντικές όπως πχ η ψηφιακή μαστογραφία. 
Όπως έχει επισημάνει ο πρόεδρος του ΕΟΠΥΥ, καθ. Σωτήρης Μπερσίμης, «Στο κομμάτι του ελέγχου των δαπανών για διαγνωστικές εξετάσεις, έγινε μια σημαντική δουλειά στην αρχή του 2016, προκειμένου να ελεγχθεί η συνταγογραφική πρακτική με εκτιμώμενο όφελος μεγαλύτερο του 15%». 
Συγκεκριμένα τον περσινό Ιανουάριο συνταγογραφήθηκαν 7.220.637 εξετάσεις, έναντι 6.212.291 εξετάσεων το 2015. Δηλαδή το 2016 είχαμε μεγαλύτερο αριθμό συνταγογράφησης, γεγονός το οποίο θεωρείται ως άμεσο αποτέλεσμα της μείωσης της υποκοστολόγησης των τιμών, αποδεικνύοντας πιθανά ότι οι παρεμβάσεις στις τιμές χωρίς μελέτη, δεν δίνει το ζητούμενο αποτέλεσμα. 
 
Σταδιακά από τότε ξεκίνησε να υπάρχει μείωση στη συνταγογράφηση κι έτσι φέτος τον Ιανουάριο είχαμε σημαντική  μείωση στις 6.601.815 εξετάσεις. Επίσης και το Φεβρουάριο του 2015 οι εξετάσεις ήταν λίγο χαμηλότερα από τα 7 εκατομμύρια για να εκτιναχτούν το Φεβρουάριο του 2016 στα 8.375.582 και εν συνεχεία να υποχωρήσουν φέτος το Φεβρουάριο στις 7.750.002. Διαπιστώνουμε συνολικά λοιπόν ότι το πρώτο δίμηνο του 2017 σημειώθηκε μείωση εξετάσεων της τάξης των 1,25 εκατομμυρίων.
 
Σημειώνεται ότι από πέρυσι τον Απρίλιο 2016 εφαρμόστηκαν οι πρώτοι κανόνες ελέγχου με βάση το ICD-10, οι οποίες είναι μορφές διαγνωστικών πρωτοκόλλων, που ουσιαστικά πρώτα μελετήθηκαν στατιστικά και στη συνέχεια δόθηκαν στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο, προκειμένου να ελεγχθεί η ιατρική τους ορθότητα και αυτό που βλέπουμε είναι μείωση των εξετάσεων και το Σεπτέμβριο και τον Δεκέμβριο  και όπως είπαμε και το πρώτο δίμηνο του 2017. 
Το Μάρτιο όμως του 2017 διαπιστώνουμε εκτίναξη των συνταγών για εξετάσεις και συγκεκριμένα έφτασαν στις  9.370.772 από 8.087.706 πέρυσι. Όπως αναφέραμε βασική αιτία ήταν η είσοδος στο σύστημα  των νέων εξετάσεων, η οποία αν και είχε γίνει μερικές εβδομάδες νωρίτερα, άρχισε σταδιακά να ωριμάζει στη διαδικασία της συνταγογράφησης. Χαρακτηριστική είναι και η ενημέρωση από τον ΕΟΠΥΥ το Φεβρουάριο ότι από την Παρασκευή 3-2-2017 έχει ενταχθεί στο σύστημα της Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης η εξέταση της ψηφιακής μαστογραφίας, μια ιδιαίτερα σημαντική εξέταση.
 
Μια ακόμη παράμετρος που δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει είναι και η πρόσβαση των ανασφάλιστων στις διαγνωστικές εξετάσεις, μια διαδικασία η οποία αν και έχει θεσμοθετηθεί  από τον Απρίλιο του 2016, άρχισε να γίνεται εμφανή  και στη συνταγογράφηση το τέλος του 2016 και ιδίως  τους πρώτους μήνες του 2017. Είναι μάλιστα χαρακτηριστική και σχετική αναφορά του Υπουργού Υγείας ο οποίος σημείωσε ότι το κόστος των συγκεκριμένων εξετάσεων φτάνει στα 24 εκατ. ευρώ. 
 
Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με ενημέρωση του προέδρου του ΕΟΠΥΥ κ. Μπερσίμη προς τη διοίκηση της ΠΑΣΙΔΙΚ, η προαναφερθείσα κατάσταση οδήγησε σε σύνολο αιτούμενων αποζημιώσεων για το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους της τάξης των 90 εκατ. ευρώ, το οποίο μεταφράζεται σε μία υπέρβαση του ορίου κατά περίπου 8 εκατ. ευρώ, αφού το όριο τριμήνου με τον νέο προϋπολογισμό είναι 82 εκατ. ευρώ. Λογικά η υπέρβαση αυτή αφορά στο μήνα Μάρτιο. 
Επίσης υπενθυμίζεται ότι με βάση το νέο προϋπολογισμό του οργανισμού έχει δοθεί μία συνολική αύξηση του ορίου γα εξετάσεις της τάξεως των 25,5 εκατ. ευρώ, η οποία αύξηση βέβαια, με την είσοδο των νέων διαγνωστικών εξετάσεων που προστέθηκαν στη λίστα των αποζημιούμενων εξετάσεων του ΕΟΠΥΥ φέρνει τη συνολική χρηματοδότηση της κατηγορίας στα περσινά περίπου επίπεδα.