Σε μια προσπάθεια να κρύψουν, ακόμη και στη ζέστη του καλοκαιριού, τα σημάδια στο δέρμα, πολλοί καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του σώματός τους, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που, λόγω ντροπής, αποφεύγουν κάθε δραστηριότητα σε εξωτερικούς χώρους.

«Η λεύκη είναι μια διαταραχή της μελάγχρωσης του δέρματος άγνωστης αιτιολογίας. Θεωρείται αυτοάνοση νόσος, που επηρεάζει τα κύτταρα που παράγουν μελανίνη και δημιουργεί αποχρωματισμό στο τμήμα του προσβεβλημένου δέρματος. Δηλαδή το δέρμα χάνει το φυσικό του χρώμα και εμφανίζονται κηλίδες λευκού χρώματος.

Η πάθηση δεν περιορίζεται στον κορμό, αλλά μπορεί να επηρεάσει και άλλα μέρη του σώματος. Σε ορισμένους ανθρώπους με λεύκη παρατηρείται αποχρωματισμός τριχών (λευκές τούφες) στο τριχωτό κεφαλής, άλλοι παρουσιάζουν αποχρωματισμένες κηλίδες στην περιοχή των γεννητικών οργάνων ή ακόμα και στις περιοχές γύρω από το στόμα και τα μάτια. Η νόσος μπορεί, δε, να εμφανίσει εξελικτική πορεία, δηλαδή με την πάροδο του χρόνου να καλύπτει μεγαλύτερη περιοχή», εξηγεί η Ναταλία Ρομποτή, δερματολόγος-αφροδισιολόγος του Ιδιωτικού Πολυϊατρείου Ηλιούπολης.

Αν και ο λόγος εμφάνισης της λεύκης αποτελεί ακόμα αντικείμενο έρευνας, με την επιστημονική κοινότητα να προβάλει διάφορες θεωρίες, το σίγουρο είναι ότι δεν είναι μεταδοτική, ούτε απειλητική για τη ζωή. Ωστόσο, έχει τη δύναμη να την αλλάξει… προς το χειρότερο. Κι αυτό διότι «οι ψυχολογικές επιπτώσεις της λεύκης είναι έντονες. Ιδιαίτερα όταν η νόσος παρουσιάζεται σε ορατά σημεία του σώματος, μπορεί να προκαλέσει χαμηλή αυτοεκτίμηση, ντροπή και ενδεχομένως κατάθλιψη.

Προκειμένου να αποφευχθούν αυτές οι αρνητικές επιδράσεις της νόσου, θα πρέπει από την πρωτοεμφάνιση της οι ασθενείς να υποστηρίζονται από τον δερματολόγο τους, ιδιαίτερα όταν ο χρόνος αυτός συμπίπτει με την εφηβεία. Ο θεράπων ιατρός θα τους πληροφορήσει πλήρως για την πάθηση και όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο, η υποστήριξη τόσο από τον θεράποντα ιατρό, όσο και από ειδικό ψυχολόγο (ή όπου ενδείκνυται ψυχίατρο) μπορεί να τους δώσει τα όπλα να θωρακιστούν ψυχολογικά οι ίδιοι και η οικογένειά τους. Μια άλλη χρήσιμη μέθοδος είναι η επικοινωνία και επαφή με άλλους ανθρώπους που πάσχουν από λεύκη», συμβουλεύει η ειδικός.

Οι κλιματικές συνθήκες επηρεάζουν τους ασθενείς με λεύκη, γι’ αυτό θα πρέπει να είναι προσεκτικοί, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Το δέρμα κανονικά προστατεύεται από τη μελανίνη. Ο ήλιος προκαλεί αύξηση της παραγωγής μελανίνης, οπότε το δέρμα μαυρίζει και προστατεύεται. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει στα σημεία του δέρματος που η μελανίνη είναι είτε ανύπαρκτη είτε ελάχιστη, οπότε είναι απροστάτευτα και ευκολότερο να υποστούν εγκαύματα, με τις γνωστές επιπτώσεις (π.χ. καρκίνος του δέρματος). Οι περιοχές που κινδυνεύουν περισσότερο είναι εκείνες όπου το δέρμα είναι λεπτότερο, για παράδειγμα τα βλέφαρα, η μύτη και ο λαιμός. Πέραν αυτών των επιπτώσεων, αξιοσημείωτο είναι ότι η ηλιακή ακτινοβολία μπορεί ενίοτε να προκαλέσει εξάπλωση της νόσου.

Η αντιηλιακή προστασία είναι απολύτως αναγκαία. Τα αντιηλιακά εμποδίζουν το μαύρισμα, οπότε η αντίθεση μεταξύ κηλίδων και υπολοίπου δέρματος δεν είναι τόσο έντονη. Για ψυχολογικούς λόγους οι πάσχοντες μπορούν να καλύψουν τις κηλίδες με makeup ή να χρησιμοποιήσουν προϊόντα μαυρίσματος χωρίς να γίνεται έκθεση στον ήλιο (self tan), κατόπιν συνεννόησης με τον δερματολόγο τους.

Είναι, τέλος, σημαντικό οι ασθενείς να γνωρίζουν ότι η άμμος και το νερό αντανακλούν το 85% των ακτίνων του ήλιου. Γι’ αυτό, μέσω της αντανάκλασης, εκτίθενται περίπου στο 50% του ηλιακού φωτός, ακόμα κι όταν βρίσκονται στη σκιά.