Έχετε παρατηρήσει να μιλάτε με κάποιον και συχνά να μιμείτε την "γλώσσα του σώματός" σας και να γνέφει καταφατικά; Τότε ίσως θα πρέπει να σκεφθείτε σοβαρά το ενδεχόμενο το άτομο αυτό να σας λέει ψέματα κατά τη διάρκεια της συζήτησης, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν επιστήμονες από τα Πανεπιστήμια Aarhus και Arizona State University.

Πώς κατέληξαν στο συμπέρασμα αυτό τα μέλη της ερευνητικής ομάδας από τη Δανία και τις ΗΠΑ; Όπως αναφέρεται στο επιστημονικό περιοδικό PLOS ONE, η μελέτη εξέτασε τη συμπεριφορά 92 Αμερικανών φοιτητών, μερικοί εκ των οποίων είχαν "δασκαλευθεί" να ψεύδονται στον συνομιλητή τους.

Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, ο τρόπος ομιλίας τους και οι κινήσεις τους παρακολουθούνταν και εν συνεχεία αναλύθηκαν λεπτομερειακά, ώστε να πραγματοποιηθεί σύγκριση σε σχέση με τη στάση και το ύφος του δεύτερου προσώπου που συμμετείχε στη συζήτηση.  

Σύμφωνα λοιπόν με τα αποτελέσματα της μελέτης, αυτοί στους οποίους τους είχε ζητηθεί να πουν ψέματα στον συνομιλητή τους, μιμούνταν συχνότερα τις κινήσεις του ατόμου που είχαν απέναντί τους, επαναλαμβάνοντας για παράδειγμα ένα νεύμα που μόλις είχε κάνει. 

"Η θεωρία μας είναι ότι οι συμμετέχοντες που έλεγαν ψέματα συντονίζαν τις κινήσεις τους με το συνομιλητή τους χωρίς να το σκεφτούν, για να τους ικανοποιήσουν, είτε επειδή αγωνίστηκαν να πουν ψέματα, είτε για να φαίνονται πιο πειστικοί", λέει ο Riccardo Fusaroli, λέκτορας Γνωστικής Επιστήμης στο Τμήμα Επικοινωνίας και Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Aarhus, της Δανίας.

Όπως επισημαίνει πάντως ο Fusaroli, στόχος δεν είναι να βρεθεί κάποιος νέος ανιχνευτής ψεύδους. Αντίθετα, εξηγεί ο ίδιος, η έρευνα στοχεύει στην καλύτερη κατανόηση του κοινωνικού συντονισμού, καθώς ούτως ή άλλως συχνά διαπράττουμε μικρές απάτες, είτε από στρατηγική είτε για να βελτιώσουμε και να διατηρήσουμε τις σχέσεις μας. Γι' αυτό και το να κατανοήσουμε τι συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σημαντικό τελικά για να κατανοήσουμε πώς λειτουργούμε κοινωνικά. 

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα ευρήματα τέτοιου είδους ερευνών χρησιμοποιούνται συχνά για τον σχεδιασμό προγραμμάτων παρέμβασης σε  άτομα με κοινωνικές δυσλειτουργίες, π.χ. τα άτομα στο φάσμα του αυτισμού ή τα άτομα με παράλυση του προσώπου.