Βελτίωση των ποσοστών επιτυχίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης μπορεί να επιτευχθεί με επιλεκτική καθυστέρηση της μεταφοράς των εμβρύων, σύμφωνα με νέα έρευνα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, από την καθυστέρηση αυτή φαίνεται να ωφελούνται κυρίως οι γυναίκες με υψηλά επίπεδα προγεστερόνης στη φάση της ωοληψίας, αφού βρέθηκε ότι έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχούς κύησης, εάν καταψύξουν τα έμβρυα τους και τα μεταφέρουν σε επόμενο κύκλο, όταν οι ορμόνες τους βρίσκονται ξανά σε ισορροπία.

Τα ευρήματα αυτά, που δημοσιεύονται στο παγκοσμίου κύρους επιστημονικό περιοδικό Fertility & Sterility, προέρχονται από την μεγαλύτερη έως σήμερα μελέτη για την εξωσωματική στην οποία συγκρίνεται η αποτελεσματικότητα της εμβρυομεταφοράς αμέσως μετά την γονιμοποίηση με την εμβρυομεταφορά έπειτα από κατάψυξη των εμβρύων.

Σε έναν τυπικό κύκλο εξωσωματικής γονιμοποίησης με διέγερση, χορηγούνται στη γυναίκα ορμόνες προκειμένου να αναπτυχθούν πολλαπλά ωάρια στις ωοθήκες της. Τα ωάρια αυτά ανακτώνται και στη συνέχεια γονιμοποιούνται στο εργαστήριο, είτε με συμβατική γονιμοποίηση (IVF) είτε με μικρογονιμοποίηση (ICSI). Τα προκύπτοντα έμβρυα μπορεί να μεταφερθούν στη μήτρα της μητέρας λίγες ημέρες αργότερα (δηλαδή να γίνει «φρέσκια» εμβρυομεταφορά) ή να καταψυχθούν στο σύνολό τους (μέθοδος «Freeze All») και να μεταφερθούν στη μήτρα επιλεκτικά ορισμένα από αυτά σε μεταγενέστερο έμμηνο κύκλο.

Η μελέτη

Στη νέα μελέτη αξιολογήθηκαν συνολικά 2.910 κύκλοι εξωσωματικής, σε άλλους εκ των οποίων η εμβρυομεταφορά έγινε αμέσως μετά τη γονιμοποίηση και σε άλλους έπειτα από την κατάψυξη όλων των εμβρύων.

Αυτό που παρατηρήθηκε ήταν ότι, γενικά, η εμβρυομεταφορά έπειτα από κατάψυξη φαίνεται να οδηγεί σε περισσότερες κυήσεις (ποσοστό επιτυχίας 52% έναντι 45,3% με τη «φρέσκια» εμβρυομεταφορά).

Η μεγαλύτερη διαφορά στα ποσοστά επιτυχίας ανάμεσα στους κύκλους με κατεψυγμένα έμβρυα έναντι των «φρέσκων», δε, παρατηρήθηκε στις γυναίκες ηλικίας άνω των 35 ετών οι οποίες είχαν υψηλά επίπεδα προγεστερόνης (πάνω από 1 ng/mL) την ημέρα της ωοληψίας.

Στη συγκεκριμένη υποομάδα γυναικών, η κατάψυξη όλων των εμβρύων και η μεταγενέστερη μεταφορά τους συσχετίσθηκε με αύξηση κατά 73% των πιθανοτήτων επίτευξης και συνέχισης μίας εγκυμοσύνης, σε σύγκριση με την εμβρυομεταφορά αμέσως μετά τη γονιμοποίηση.

Αυξημένες πιθανότητες επιτυχίας, αν και όχι τόσο πολύ, είχαν και οι νεότερες γυναίκες με υψηλή προγεστερόνη που έκαναν εμβρυομεταφορά έπειτα από κατάψυξη (είχαν 38% περισσότερες πιθανότητες εγκυμοσύνης, σε σύγκριση με όσες έκαναν «φρέσκια» εμβρυομεταφορά).

Ο ρόλος της προγεστερόνης

«Γνωρίζουμε καλά πως τα υψηλά επίπεδα προγεστερόνης την ημέρα της ωοληψίας μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση στην εμφύτευση των εμβρύων στα τοιχώματα της μήτρας, πιθανώς λόγω πρόωρης ωρίμανσης του ενδομητρίου», λέει ο χειρουργός γυναικολόγος Δρ Δημήτρης Μπιλάλης, ειδικός στην Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή και Ενδοσκοπική Χειρουργική. Και προσθέτει: «Η καλή κατάσταση του ενδομητρίου αποτελεί τον έναν από τους δύο κυριότερους παράγοντες επιτυχίας της εξωσωματικής (ο άλλος είναι η ποιότητα των εμβρύων). Εάν λοιπόν σε μεταγενέστερο κύκλο μπορέσουμε να δημιουργήσουμε πιο κατάλληλο περιβάλλον εμφύτευσης, με μεγαλύτερη ορμονική ισορροπία, αυτό μπορεί να συμβάλλει στο θετικό αποτέλεσμα που τόσο επιθυμούμε».

Ο ίδιος πάντως διευκρινίζει ότι η τεχνική Freeze All δεν είναι νέα. Ωστόσο έγινε πιο δημοφιλής τα τελευταία χρόνια, που άρχισε να εφαρμόζεται με επιτυχία η μέθοδος της υαλοποίησης (vitrification) η οποία αποτελεί την πλέον εξελιγμένη μέθοδο κρυοσυντήρησης των εμβρύων.

«Αναμφισβήτητα, τα αποτελέσματα της νέας μελέτης είναι πολύ σημαντικά, ιδιαίτερα λόγω του μεγάλου αριθμού των περιστατικών που εξετάστηκαν και του γεγονότος ότι η προχωρημένη αναπαραγωγική ηλικία της γυναίκας (πάνω από τα 35 έτη) αποτελεί πρόκληση ακόμα και για τον πιο έμπειρο ειδικό», λέει ο Δρ Μπιλάλης.

«Αυτό, όμως, που καμία γυναίκα, κανένα ζευγάρι δεν πρέπει να ξεχνάει είναι πως η επιτυχία σε κάθε προσπάθεια εξωσωματικής γονιμοποίησης εξαρτάται από μεγάλο αριθμό παραγόντων. Πρέπει λοιπόν να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί μήπως πάνω στον ενθουσιασμό μας για την εφαρμογή νέων δεδομένων, παραμελήσουμε πιο απλά πράγματα τα οποία όμως είναι εξίσου σημαντικά.

Η σωστή διερεύνηση βάση του ιστορικού, η ξεκάθαρη διάγνωση και η εξατομίκευση στη θεραπευτική προσέγγιση αποτελούν τα τρία κλειδιά της επιτυχίας, πάντα με γνώμονα την ασφάλεια και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε περιστατικού», καταλήγει ο Δρ Μπιλάλης.