Διαβάζουμε με ενδιαφέρον το editorial του Lancet (10 Ιουνίου, σ. 2264) σχετικά με την Έκθεση "Το τέλος της παιδικής ηλικίας" από τον οργανισμό Save the Children για το 2017, η οποία αξιολογεί τους μεγαλύτερους κινδύνους που απειλούν την ευημερία των παιδιών.

Στην έκθεση, η Ελλάδα, η οποία αντιμετωπίζει μια άνευ προηγουμένου κοινωνικοοικονομική κρίση με βαθιά επιζήμια αποτελέσματα σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής, κατέλαβε την 18η θέση μεταξύ των 172 χωρών που αξιολογήθηκαν, ενώ η Δανία ήταν 21η, η Βρετανία 23η και η Λετονία 30η.

Μια έκθεση που έγινε για λογαριασμό της UNICEF δείχνει ότι σχεδόν ένα στα δύο παιδιά στην Ελλάδα (45%) ζούσε σε υλική στέρηση και το 22% ζούσε σε σοβαρή υλική στέρηση. Στη Δανία, αντίστοιχα, το 8,5% των παιδιών βρισκόταν σε υλική στέρηση, ενώ μόνο το 3,7% βρισκόταν σε σοβαρή υλική στέρηση.
Σύμφωνα με την Eurostat, η μεγαλύτερη αύξηση των ποσοστών κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού καταγράφηκε στην Ελλάδα (από 28,7% το 2010 σε 37,8% το 2015) και η μεγαλύτερη μείωση παρατηρήθηκε στη Λετονία (από 42,2% σε 31,3%).

Η Έκθεση "Το τέλος της Παιδικής Ηλικίας" χρησιμοποιεί επτά σοβαρές συνέπειες της παραμέλησης, της κακοποίησης και της στέρησης του παιδιού. Για παράδειγμα, η κακοποίηση, η οποία επελέγη ως δείκτης παιδικής υποσιτίσεως, είναι σπάνια στις ανεπτυγμένες χώρες. Ωστόσο, ο υποσιτισμός υπάρχει στην Ελλάδα. Από το Σεπτέμβριο του 2017 ( για την αρχή της σχολικής χρονιάς), 2100 σχολεία, που αντιπροσωπεύουν το 19% του συνολικού φοιτητικού πληθυσμού, έχουν υποβάλει αίτηση συμμετοχής σε πρόγραμμα ελεύθερων γευμάτων, "Διατροφή", για τα παιδιά που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.

Η έκθεση του Save the Children μετρά τα αποτελέσματα που αντιπροσωπεύουν τα τελικά σημεία του φάσματος των πιθανών δυσμενών επιπτώσεων. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου τα προβλήματα είναι πιο ήπια αλλά σημαντικά, χρειάζεται μια εναλλακτική προσέγγιση, ειδικά όταν εξετάζεται η πρόληψη. Η αναγνώριση των κινδύνων εγκαίρως και η αντιμετώπισή τους πριν γίνουν κρίσιμοι θα μπορούσε να είναι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλιστεί ότι δεν θα έχει κλαπεί η παιδική ηλικία από τα παιδιά.

Η κ. Ελένη Λαζαράτου είναι Παιδοψυχίατρος, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι υπεύθυνη της Υπηρεσίας Παιδιών και Εφήβων του Κέντρου Κοινοτικής Ψυχικής Υγιεινής Βύρωνα - Καισαριανής, που ανήκει στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο, στην Α΄ Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η κ. Κωνσταντίνα Μαγκλάρα είναι Παιδοψυχίατρος, συνεργάτης της Α΄ Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το άρθρο τους δημοσιεύθηκε στο Lancet