Ασθενείς- κρατούμενοι που έχουν διαπράξει αξιόποινες πράξεις και έχουν κριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο ως επικίνδυνοι για τη δημόσια ασφάλεια, θεωρούνται πρακτικά «ακίνδυνοι» για εργαζομένους, ασθενείς και συνοδούς.

Πώς αλλιώς να εξηγηθεί λογικά η µη παρουσία φυλακτικού προσωπικού στα δημόσια ψυχιατρικά νοσοκομεία;

Αυτό το παράδοξο και οξύμωρο φαινόμενο επισημαίνουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων στις δημόσιες ψυχιατρικές μονάδες, σημειώνοντας πως "ενδεχομένως, η έννοια της «δημόσιας ασφάλειας» να εξειδικεύεται µόνο σε συνάρτηση µε το λοιπό κοινωνικό σύνολο, ενώ οι σκληρά εργαζόμενοι σε επαχθείς συνθήκες υπάλληλοι των ψυχιατρικών νοσοκομείων, αλλά και οι ιδιαιτέρως ευάλωτοι ψυχιατρικοί ασθενείς να θεωρούνται υποδεέστερα µέλη του κοινωνικού συνόλου αυτού, και να µην κρίνεται επιβεβλημένη η προστασία τους".

Τα τελευταία χρόνια, αυξάνονται οι καταγγελίες για περιστατικά επιθέσεων από ασθενείς - κρατουμένους των διατάξεων του 69-70 του ΠΚ, σε εργαζομένους, ενώ το τελευταίο διάστημα το φαινόμενο οξύνεται, όπως προκύπτει από τις καταγγελίες εργαζομένων στο Σύλλογό Νοσηλευτών Ψυχιατρικών Νοσοκομείων του ΕΣΥ  Νομού Αττικής (ΣΥΝΟΨΥΝΟ).

Με τα δεδομένα αυτά, η διοίκηση του Συλλόγου έστειλε επιστολή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και συγκεκριμένα στο ειδικό τμήμα  Εξωτερικής Φρούρησης Καταστηµάτων Κράτησης της Γενικής Διεύθυνσης Αντεγκληµατικής και Σωφρονιστικής Πολιτικής, εκφράζοντας τη διαμαρτυρία της για την παρούσα κατάσταση. Κάλεσε μάλιστα τους ειδικούς για το θέμα, να αναλάβουν την εφαρμογή της νομοθεσίας, αλλά και "την προστασία προσωπικού και ασθενών, προτού θρηνήσουμε νέα θύµατα".

Η διοίκηση του ΣΥΝΟΨΥΝΟ, με αφορµή τη µη εφαρµογή της Νοµοθεσίας σχετικά µε τη νοσηλεία - φύλαξη των ακαταλόγιστων ψυχικά ασθενών του άρθρου 69-70 του Π.Κ. και τους τεράστιους κινδύνους που αυτή ελλοχεύει για προσωπικό και ασθενείς, επισηµαίνει ότι "Σύµφωνα µε το άρθρο 18 παρ. 1 του Σωφρονιστικού Κώδικα (Ν. 2776/1999), όπως αντικαταστάθηκε µε την παρ. 13 του άρθρου 40 του Ν.4111/2013: «Η ίδρυση, κατάργηση ή συγχώνευση όλων των κατηγοριών και τύπων καταστηµάτων κράτησης πραγµατοποιείται µε προεδρικό διάταγµα, µε πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθµισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονοµικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων η δε µετατροπή, µετεγκατάσταση, µετονοµασία και µεταβολή της έδρας τους γίνεται µε απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων. Για τη σύσταση θεραπευτικού καταστήµατος του άρθρου 19 παράγραφος 4 του παρόντος, συναρµόδιος για την έκδοση του παραπάνω προεδρικού διατάγµατος, εκτός από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων είναι και ο Υπουργός Υγείας, επιφυλασσοµένης της διατάξεως του άρθρου 3 παράγραφος 2 του ν. 1729/1987 (Α` 144), όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 του ν. 2161/1993 (Α` 119). Σε περίπτωση σύστασης, µέσα ή έξω από το κατάστηµα κράτησης, ειδικού, κατά το άρθρο 6 του ν. 2345/1995 (Α` 213), κέντρου υγείας ή ειδικού περιφερειακού ιατρείου, αυτό διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος ως προς τη διοίκηση και φύλαξη των κρατουµένων και στελεχώνεται, ως προς µόνο το φυλακτικό και διοικητικό προσωπικό, µε απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων".

Σημειώνοντας πως τα προαναφερόμενα προεδρικά διατάγµατα δεν έχουν εισακουστεί, τονίζει πως "η φύλαξη των ακαταλόγιστων εγκληµατιών κατ' ανάγκην πραγµατοποιείται στα δηµόσια ψυχιατρικά νοσοκοµεία, χωρίς όµως να υπάρχει το προβλεπόµενο φυλακτικό προσωπικό. 

Αποτέλεσµα της µη τήρησης της Νοµοθεσίας και της έλλειψης φυλακτικού προσωπικού, είναι η σοβαρή διακινδύνευση της δηµόσιας ασφάλειας και η καθηµερινή θέση σε κίνδυνο της υγείας των εργαζοµένων αλλά και των υπόλοιπων νοσηλευοµένων.

Επιπροσθέτως, είναι γεγονός οι ίδιοι οι ασθενείς - κρατούµενοι δεν αντιµετωπίζονται θεραπευτικά σύµφωνα µε τις ανάγκες τους και σύµφωνα µε το σωφρονιστικό - θεραπευτικό σκοπό των οικείων διατάξεων. 

Έτσι, βρισκόµαστε ενώπιον του παράδοξου και οξύµωρου φαινοµένου ασθενείς- κρατούµενοι που έχουν κριθεί από το αρµόδιο δικαστήριο ως επικίνδυνοι για τη δηµόσια ασφάλεια, έχοντας διαπράξει αξιόποινες πράξεις, να θεωρούνται εν τοις πράγµασι «ακίνδυνοι» για εργαζοµένους, ασθενείς και συνοδούς- γιατί πώς αλλιώς να εξηγηθεί λογικά η µη παρουσία φυλακτικού προσωπικού! Ενδεχοµένως η έννοια της «δηµόσιας ασφάλειας» να εξειδικεύεται µόνον σε συνάρτηση µε το λοιπό κοινωνικό σύνολο και οι σκληρά εργαζόµενοι σε επαχθείς συνθήκες υπάλληλοι των ψυχιατρικών νοσοκοµείων, αλλά και οι ιδιαιτέρως ευάλωτοι ψυχιατρικοί ασθενείς να θεωρούνται υποδεέστερα µέλη του και να µην κρίνεται επιβεβληµένη η προστασία τους! Τα τελευταία έτη, το δυσάρεστο αυτό φαινόµενο έχει οξυνθεί και ιδιαίτερα το τελευταίο διάστηµα έχουν καταγγελθεί προς το Σύλλογό µας, περιστατικά επιθέσεων από ασθενείς - κρατούµενους των διατάξεων του 69-70 του ΠΚ. 

Ο πρόεδρος του ΣΥΝΟΨΙΝΟ Γιώργος Αβραμίδης, επισημαίνει πως είναι πολύ πιθανό να βρεθούµε ενώπιον δυσάρεστων και τραγικών εξελίξεων και τονίζει πως αποτελεί πρωταρχικής σηµασίας υποχρέωση της Πολιτείας η προστασία της υγείας και της ασφάλειας των πολιτών. Γι΄ αυτό είναι επιτακτική η ανάγκη εφαρµογής της Νοµοθεσίας και η λήψη κάθε δυνατού και πρόσφορου µέτρου για την επαρκή προστασία της υγείας των υπαλλήλων αλλά και των ασθενών, από τους νοσηλευοµένους των άρθρων 69-70 του ΠΚ, οι οποίοι έχουν χαρακτηριστεί «ιδιαιτέρως επικίνδυνοι» για τη δηµόσια ασφάλεια, αγαθό όλων ανεξαιρέτως των πολιτών της χώρας. 

Υπογραμμίζοντας ότι από τις διατάξεις, σαφώς είναι αποκλειστικά αρµόδιο για τη διάθεση φυλακτικού προσωπικού το Υπουργείο Δικαιοσύνης και ζητά "να ληφθεί μέρμινα για την εφαρµογή των νοµοθετικών επιταγών, και την προστασία προσωπικού και ασθενών, προτού θρηνήσουµε θύµατα".