Τον μικρότερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου, σύμφωνα με την έρευνα των Ιατρικών Κέντρων των Πανεπιστημίων Κολούμπια και Κορνέλ της Νέας Υόρκης, έχουν όσοι «σπάνε» την ακινησία σε διαστήματα όχι μεγαλύτερα της μισής ώρας, κάτι που πρέπει να λάβουν υπόψη τους ιδίως εκείνοι που κάνουν καθιστική δουλειά γραφείου.

Όπως ανέφεραν στο περιοδικό Annals of Internal Medicine οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Δρ. Κιθ Ντίαζ, ανέλυσαν στοιχεία για σχεδόν 8.000 άτομα άνω των 45 ετών και ο χρόνος ακινησίας μετρήθηκε επί μία εβδομάδα με ειδική συσκευή, που φορούσε καθένας τους. Στη συνέχεια συσχετίστηκε με τη θνησιμότητα από οποιαδήποτε αιτία σε βάθος τετραετίας, στη διάρκεια της οποίας πέθαναν 340 άνθρωποι.

Ο μέσος χρόνος σωματικής ακινησίας μέσα στη μέρα ήταν 12,3 ώρες, από τις περίπου 16 ώρες που ήταν ξύπνιος κανείς μέσα στο 24ωρο. Το μέσο διάστημα σωματικής ακινησίας χωρίς διακοπή ήταν 11,4 λεπτά.

Διαπιστώθηκε ότι, όσο περισσότερο χρόνο περνούσε κανείς καθιστός (στο σπίτι, στη δουλειά, στα μέσα μεταφοράς κ.α.), τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα είχε να πεθάνει πρόωρα από κάποια αιτία. Επίσης, ο κίνδυνος ήταν τόσο μεγαλύτερος, όσο μεγαλύτερα ήταν χρονικά διαστήματα συνεχόμενου καθισιού, χωρίς διακοπές στο ενδιάμεσο.

Ο κίνδυνος, σύμφωνα με το ΑΠΕ, είναι μεγαλύτερος για όσους συνδυάζουν και τα δύο, δηλαδή περνούν πολλές ώρες συνολικά καθιστοί μέσα στη μέρα και, παράλληλα, περνούν μεγάλα χρονικά διαστήματα καθισιού, χωρίς ενδιάμεσα να σηκώνονται όρθιοι.

Κάποιος που ήταν ακίνητος 13,2 ώρες μέσα στη μέρα, είχε 2,6 φορές αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου, σε σχέση με κάποιον που περνούσε ακίνητος λιγότερες από 11,5 ώρες μέσα στο 24ωρο. Αν το μέσο διάστημα ακινησίας κάποιου μέσα στη μέρα διαρκούσε πάνω από 12,5 λεπτά, ο κίνδυνος πρόωρου θανάτου ήταν σχεδόν διπλάσιος, σε σχέση με κάποιον που δεν καθόταν πάνω από 7,7 συνεχόμενα λεπτά κατά μέσο όρο.

Μάλιστα, ο αυξημένος κίνδυνος της καθιστικής ζωής ίσχυε ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο, το βάρος ή τη σωματική άσκηση.