Πριν από λίγες μέρες, με υπουργική απόφαση, προσδιορίστηκε ο κλειστός προϋπολογισμός για την κάλυψη των ασθενών με τα φάρμακα για την Ηπατίδα C διάρκειας 14 μηνών ύψους 67,5 εκατ. ευρώ (εδώ). Η δαπάνη για τα νέα φάρμακα όμως είναι ένα μόνο μέρος του συνολικού κόστους για την αντιμετώπιση της νόσου, με βάση μάλιστα και τα όσα προβλέπει ο ΠΟΥ και πρέπει να υλοποιηθούν μέχρι το 2030.  

Επίσης, παρόλο που ο επιπολασμός της Ηπατίτιδας C  παρουσιάζει πτωτικές τάσεις, το φορτίο της νόσου και τα κόστη αναμένονται να αυξηθούν στο άμεσο μέλλον, μια αύξηση η οποία δεν είναι μόνο φαινόμενο της χώρας μας. Παρόμοιες τάσεις παρουσιάζονται και σε ΗΠΑ και αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες, όπου η κορύφωση του κόστους της επιδημίας έρχεται 20-25 χρόνια μετά την κορύφωση του επιπολασμού. Όπως λοιπόν σημειώνεται στη μελέτη  «Οικονομική αξιολόγηση της στρατηγικής εξάλειψης της Ηπατίτιδας C σύμφωνα με τον Παγκόσμια Οργανισμό Υγείας»*, η οποία παρουσιάστηκε από τον κ. Γκούντα Ηλία στην «5η Πανελλήνια Συνάντηση για το AIDS και τις Ηπατίτιδες» που διοργανώθηκε από την Επιστημονική Εταιρεία Επιδημιολογίας, Βιοστατιστικής & Προληπτικής Ιατρικής, η εξάλειψη της HCV  στην Ελλάδα κοστίζει 3,5 δις. ευρώ για το διάστημα 2015-2030. Το κόστος αυτό συνυπολογίζει έμμεσα και άμεσα κόστη που αφορούν στην νόσο και  βασίζεται στο κύριο σενάριο το οποίο έχει υιοθετήσει ο ΠΟΥ. 

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να αξιολογήσει οικονομικά την προτεινόμενη από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας στρατηγική εξάλειψης της HCV μέχρι το 2030 στην Ελλάδα. Όπως σημειώνεται λοιπόν, για να επιτευχθεί εξάλειψη πρέπει να δοθούν αρκετές θεραπείες αρχικά, για να σταματήσουμε την αύξηση του φορτίου νοσηρότητας. Συνολικά δε επισημαίνεται ότι απαιτούνται 90.000 θεραπείες.  Η μελέτη «ρισκάρει» θα λέγαμε και μια εκτίμηση για το μέσο κόστος θεραπείας, το οποίο με βάση τα νέα φάρμκα ήταν της τάξης των 42 χιλ. ευρώ ανά ασθενή, αλλά κατόπιν και της δήλωση του υπουργούν και την επίτευξη πολύ μεγάλης έκπτωσης εκτιμήθηκε στα 14,7 χιλ. ευρώ.  

Όπως σημειώνει η μελέτη, αν δεν θεραπεύσουμε τους ασθενείς και τους αφήσουμε να οδηγηθούν σε προχωρημένο στάδιο ίνωσης, τα χρήματα που γλιτώνουμε από τη μη λήψη θεραπειών, θα πληρωθούν πολλαπλάσια σε νοσήλια και έμμεσο κόστος. Φαίνεται λοιπόν ότι για να πετύχουμε εξάλειψη, η επένδυση είναι εμπροσθοβαρής, δηλαδή θα πρέπει να δοθούν αρκετά χρήματα στην αρχή του σχεδίου ώστε να εξοικονομηθούν αργότερα από την μείωση των επιπλοκών και του έμμεσου κόστους.  

Τα δε έμμεσα κόστη της HCV είναι μια σημαντική παράμετρος και αποδεικνύουν το πόσο αποδοτική οικονομικά είναι η στρατηγική εξάλειψης (cost effective και cost saving). Έμμεσα κόστη θεωρούνται η απώλεια παραγωγικότητας λόγω ασθενείας ή θανάτου από τη νόσο. 

Η έρευνα  για τον υπολογισμό των έμμεσων κοστών χρησιμοποιεί τα DALYs. Ένα DALY μπορεί να θεωρηθεί ως ένα χαμένο έτος "υγιούς" ζωής. Το άθροισμα αυτών των DALYs είναι μια μέτρηση του χάσματος μεταξύ τρέχουσα κατάσταση της υγείας και μια ιδανική κατάσταση υγείας, όπου το σύνολο του πληθυσμού ζει σε μια προχωρημένη ηλικία, απαλλαγμένη από τη νόσο και αναπηρία.

Τα DALYs αθροίζουν τα  χρόνια που χάνονται εξαιτίας πρώιμης θνησιμότητας (YLL, Years of Life Lost) και τα  χρόνια που ζει κανείς με αναπηρία ή νόσο (YLD, Years Lived in Disability/Disease). Η καλύτερη στρατηγική είναι αυτή που τα ελαχιστοποιεί.

Αντίστοιχα στα άμεσα κόστη περιλαμβάνονται οι πόροι που αναλογούν σε θεραπευτική παρέμβαση ή θεραπεία όπως το  κόστος διαχείρισης ασθενών, η αντι-ιική θεραπεία, οι εξετάσεις κ.α.

H μελέτη όπως αναφέραμε αποδεικνύει ότι το σενάριο του ΠΟΥ στη λήξη του προγράμματος το 2030 είναι οικονομικό ιδιαίτερα αποδοτικό. Όπως φαίνεται μάλιστα η διαφορά στο συνολικό κόστος είναι της τάξης του 1 δις. ευρώ!  Δηλαδή εάν δεν ακολουθήσουμε το σενάριο του ΠΟΥ αλλά παραμείνουμε στο βασικό σενάριο δηλαδή στη μέχρι πρόσφατα στρατηγική αντιμετώπισης της νόσου, η επιβάρυνση θα είναι αυτού του επιπέδου συνολικά για το σύστημα υγείας αλλά και την κοινωνία. Κι αυτό προκύπτει καθώς εκτιμήθηκε ότι η διαφορά στο άμεσο κόστος ανάμεσα στις δύο στρατηγικές μέχρι το 2030 θα ήταν 782 εκατ. ευρώ ενώ και τα αντίστοιχα σωρευτικά αποτιμώμενα DALYs θα ήταν 77.180.

 

*Η μελέτη έγινε από τους: Γκούντας Ηλίας (Επιστημονικός Συνεργάτης, Εργαστήριο Υγιεινής,  Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, Υποψήφιος διδάκτορας Ιατρικής Σχολής Αθηνών), Σύψα Βάνα (Επίκουρη Καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής, Εργαστήριο Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών), Παπαθεοδωρίδης Γεώργιος (Καθηγητής Παθολογίας - Γαστρεντερολογίας, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθυντής Πανεπιστημιακής Γαστρεντερολογικής Κλινικής, Γ.Ν.Α. «ΛΑΪΚΟ»), Σουλιώτης Κυριάκος (Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Υγείας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου), Razavi H. (Γενικός Διευθυντής Center for Disease Analysis, Lafayette, Colorado, USA), Χατζάκης Άγγελος (Καθηγητής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών).