Ο ψηφιακός βοηθός, που είναι δημιούργημα μηχανικών και γιατρών του Πανεπιστημίου Northeastern της Βοστώνης, σύμφωνα με το New Scientist και το αθηναϊκό πρακτορείο, θα δοκιμασθεί σε πολλούς ετοιμοθάνατους ανθρώπους μέσα στην επόμενη διετία.

Όπως δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής Τίμοθι Μπίκμορ, οι άνθρωποι που βρίσκονται κοντά στον θάνατο συχνά δεν έχουν την ευκαιρία ή δεν θέλουν να κάνουν με κάποιον άλλο άνθρωπο έγκαιρα αυτές τις σημαντικές συζητήσεις, ιδίως αν είναι άνθρωποι μοναχικοί και κοινωνικά απομονωμένοι. Και όταν το αποφασίζουν, μπορεί να είναι πια πολύ αργά.

Το νέο «τσάτμποτ» με την τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μιλήσει μέσω τάμπλετ, οπότε είναι πιο εύχρηστο. Αρχικά δοκιμάστηκε σε 44 άτομα άνω των 55 ετών, από τους οποίους οι μισοί είχαν χρόνια πάθηση. Μετά τη συνομιλία με το ρομπότ, οι περισσότεροι δήλωσαν ότι ένιωθαν λιγότερο αγχωμένοι με τον θάνατο και πιο έτοιμοι γι' αυτόν.

Η επόμενη δοκιμή, με επίσης θετικά αποτελέσματα, έγινε σε 364 ανθρώπους, στους οποίους οι γιατροί έδιναν λιγότερο από έναν χρόνο ζωής. Ο ψηφιακός βοηθός μπορεί να μιλήσει με τον χρήστη για την υγεία του, τα φάρμακά του, τα συναισθήματά του, για τη θρησκεία και για πολλά πρακτικά ζητήματα, ενώ μπορεί να τον καθοδηγήσει στο να κάνει προσευχή ή διαλογισμό.

Η δημιουργία του «τσάτμποτ» βασίζεται στο σκεπτικό ότι, όσο πιο γρήγορα κάποιος έρχεται αντιμέτωπος με το πώς θέλει να πεθάνει και με το τι θα ήθελε να συμβεί μετά τον θάνατό του (κηδεία, κληρονομιές, μεταθανάτια ζωή κ.ά.), τόσο πιο εύκολο είναι για τους δικούς του ανθρώπους να ανταποκριθούν ανάλογα, αλλά και ο ίδιος να νιώθει πιο ήρεμος και χωρίς εκκρεμότητες.

Αντίθετα με άλλους ψηφιακούς βοηθούς (Alexa, Siri κ.ά.), το νέο «τσάτμποτ» δεν είναι πλήρως αυτόνομο, αλλά συνομιλεί με τον χρήστη με βάση έτοιμα εκ των προτέρων «σενάρια», από τα οποία καλείται ένας άνθρωπος να επιλέξει με βάση τις προτιμήσεις του.

Αυτό γίνεται σκοπίμως, επειδή ορισμένα «τσάτμποτ» πρόσφατα κατηγορήθηκαν ότι ξεφεύγουν στις συνομιλίες τους σε μη αρμόζουσες συμπεριφορές. Οι δημιουργοί του νέου ψηφιακού βοηθού δεν ήθελαν να κατηγορηθούν για κάτι παρόμοιο, ιδίως όταν πρόκειται για τον θάνατο ανθρώπων (π.χ. για προτροπή σε υποβοηθούμενη ιατρικώς αυτοκτονία).