Για μια ακόμη φορά ο τομέας των εμβολιασμών στη χώρα βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας λόγω και των κρουσμάτων της ιλαράς και της σχετικής φιλολογίας περί αντιεμβολιαστικής τακτικής από μια μερίδα πολιτών. Την ίδια στιγμή όμως, ο κλάδος των φαρμακευτικών σημειώνει ότι είναι και η ίδια η Πολιτεία η οποία υπονομεύει τους εμβολιασμούς καθώς το συνολικό κόστος επί της ουσίας επιβαρύνεις τις εταιρείες μέσω του clawback.

Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά εκπρόσωποι των φαρμακευτικών εταιρειών, η ανοσοποίηση έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στη δημόσια υγεία. Παρ 'όλα αυτά, τα εμβόλια υποβάλλονται σε clawback, καθώς το κόστος περιλαμβάνεται στη συνολική εξωνοσοκομειακή δαπάνη. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μια δυσμενής σχέση μεταξύ clawback και εμβολιασμού, καθώς μεγαλύτερη αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης - ένας στρατηγικός εθνικός στόχος για την υγεία – αυξάνει και το clawback για τις φαρμακευτικές εταιρείες.

Η αγορά εμβολίων υπολογίζεται στα 110 εκατ. ευρώ τα οποία διαχωρίζονται κατά 80% σε παιδιατρικά/εφηβικά και 20% σε ενηλίκων. Το ποσό αυτό, υποστηρίζουν οι φαρμακευτικές θα έπρεπε να εξαιρεθεί από το clawback και να μπει σε ένα προϋπολογισμό υπέρ ενός εμβολιαστικού προγράμματος που θα περιλάμβανε, εκτός από το κόστος των εμβολίων, εκστρατείες ενημέρωσης κοινού και καταγραφή της εμβολιαστικής κάλυψης. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι και ο Υπουργός Υγείας, κ. Ανδρέας Ξανθός, έχει παραδεχτεί αυτή την …αστοχία και στο πλαίσιο των προσπαθειών αύξησης της φαρμακευτικής δαπάνης επιδιώκει την «έξοδο» των εμβολίων από τον προϋπολογισμό για εξωνοσοκομειακά φάρμακα, χωρίς να μειωθεί ο εν λόγω προϋπολογισμός.

Το clawback σχετίζεται λοιπόν αρνητικά με την ανοσοποίηση, η οποία επί της ουσίας βοηθά στην εξοικονόμηση της δαπάνης και από μια ακόμη πλευρά. Ο εμβολιασμός ο οποίος θεωρείται μεταξύ των δέκα κορυφαίων επιτευγμάτων στη δημόσια υγεία, σε σύγκριση με τις θεραπευτικές αγωγές, δε συμβάλλει στην υπέρβαση των φαρμακευτικών δαπανών, δεδομένου ότι τα εμβόλια χορηγούνται μόνο σε προκαθορισμένες πληθυσμιακές ομάδες σύμφωνα με τα εθνικά προγράμματα ανοσοποίησης, δεν μπορούν να συνταγογραφηθούν αδικαιολόγητα, μπορούν να αποτρέψουν την αντιμικροβιακή αντοχή και έτσι να εξοικονομηθούν χρήματα για το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης.

Κάλυψη

Παρά την υψηλή κάλυψη ανοσοποίησης στα παιδιά (πάνω από 95% σε διφθερίτιδα, τέτανο, κοκκύτη και Ιλαρά με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ), η Ελλάδα συνδέεται με χαμηλά ποσοστά εμβολιασμού σε εφήβους και ενήλικες. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι έφηβοι τείνουν να χάσουν τις τελευταίες ή αναμνηστικές δόσεις πολλών εμβολίων όπως για τη διφθερίτιδα, το κοκκύτη και το MMR, ενώ ο εμβολιασμός του HPV εκτιμάται ότι είναι κάτω από το 20% μεταξύ των κοριτσιών. Όσον αφορά τους ενήλικες, η κάλυψη του εμβολιασμού κατά της γρίπης φθάνει το 45% με τα ποσοστά πνευμονιοκοκκικού εμβολιασμού να είναι πολύ χαμηλότερα.

Οι χαμηλοί ρυθμοί εμβολιασμού σχετίζονται με την υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης σχετικών λοιμώξεων από ιούς και στη συνέχεια με την υψηλότερη χρήση αντιβιοτικών που οδηγούν σε αντιμικροβιακή αντοχή, καθώς και περίπου 150 πρόωρους θανάτους κάθε χρόνο και αυξημένη χρήση κλινών και πόρων στις μονάδες εντατικής θεραπείας. Η αύξηση των ποσοστών εμβολιασμού θα προστατεύσει την κοινωνική υγεία. Έχει αναγνωριστεί ως θεμελιώδης στόχος για κάθε σύστημα υγειονομικής περίθαλψης από πολλούς οργανισμούς όπως ο ΠΟΥ, η Ευρωπαϊκή Ένωση (κοινή δράση για τον εμβολιασμό), το ECDC, το Υπουργείο Υγείας  κλπ.

Η αύξηση των ποσοστών εμβολιασμού ή η αντίδραση σε ένα επιδημικό γεγονός (όπως το γεγονός της ιλαράς σε ολόκληρη την Ευρώπη) θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του clawback για τις φαρμακευτικές εταιρείες. «Με άλλα λόγια, η φαρμακοβιομηχανία τιμωρείται για την παροχή λύσεων σε κρίσιμα θέματα δημόσιας υγείας. Οι πρόσφατες μεταβολές στην εκτίμηση του clawback επιβάλλουν ακόμη μεγαλύτερη απειλή για τα εμβόλια, δεδομένου ότι η αύξηση των ποσοστών εμβολιασμού θα καταλήξει να θεωρείται ως πρόσθετη αύξηση για ορισμένες φαρμακευτικές εταιρείες και, συνεπώς, θα τους ζητηθεί να επιστρέψουν περισσότερα» αναφέρει στέλεχος μεγάλης με σημαντική παρουσία στον κλάδο των εμβολίων. «Επιπλέον, έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους της πρόσφατα συμφωνηθείσας κοινής δράσης για τον εμβολιασμό στις χώρες μέλη της ΕΕ, σχετικά με την υποστήριξη εθνικών στρατηγικών και την αντιμετώπιση της διστακτικότητας απέναντι στα εμβόλια και τη τόνωση της εμπιστοσύνης των πολιτών», συμπληρώνει.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι:

- Αν και θεωρείται αναγκαία σε ορισμένες περιπτώσεις, ο μηχανισμός clawback αφορά κυρίως ζητήματα δημοσιονομικής φύσης, χωρίς να ευθυγραμμίζεται με στρατηγικούς εθνικούς στόχους για την υγεία.

- Η επίτευξη του στόχου της αύξησης της εμβολιαστικής κάλυψης στην Ελλάδα απαιτεί τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων, συμπεριλαμβανομένης της φαρμακευτικής βιομηχανίας, χωρίς να δημιουργούνται δυσμενείς σχέσεις για καμιά πλευρά.

- Τα εμβόλια δεν θα πρέπει να τιμωρούνται και επομένως πρέπει να εξαιρούνται από το clawback, δεδομένου ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δημόσιας υγείας και δεν ευθύνονται για υπερβολικές δαπάνες ή για υποκινούμενη συνταγογράφηση. Οι προσπάθειες θα πρέπει να εστιάζονται στην αύξηση των ποσοστών εμβολιασμού και όχι στην επιβολή κυρώσεων.