Η χώρα διέρχεται μια περίοδο πόλωσης σε πολιτικό και, δυστυχώς, και σε κοινωνικό επίπεδο, απόρροια, σε μεγάλο βαθμό, των αποτελεσμάτων αλλά και του τρόπου διαχείρισης της οικονομικής κρίσης. Αν και η δεινή οικονομική κατάσταση, τόσο του κράτους και των επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών, αποτελεί ατράνταχτη απόδειξη του ατελέσφορου των πολιτικών συμπεριφορών της περιόδου, διχαστικές και πολωτικές λογικές εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν στην πολιτική ζωή του τόπου. 

Την ίδια στιγμή, κρίσιμοι τομείς δημόσιας πολιτικής εξακολουθούν να πλήττονται από το ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο τομέας της υγείας, ο οποίος εμφανίζει συρρίκνωση σε ποσοστά υψηλότερα από αυτή του ΑΕΠ και απώλειες που την περίοδο 2009-2013 φτάνουν το 32% (από 23,17 δισ. ευρώ σε 15,77 δισ. €). Μάλιστα, όσον αφορά στη δημόσια δαπάνη υγείας, οι απώλειες είναι ακόμη μεγαλύτερες καθώς ξεπερνούν το 37%, στερώντας την ίδια περίοδο από το σύστημα υγείας 6,1 δισ. € (από 16,1 δισ. ευρώ σε 10 δισ. €), από τα συνολικά 7,4 δισ. € που χάθηκαν την ως άνω περίοδο.

Περαιτέρω, με τα οριζόντια μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας να έχουν προ καιρού εξαντληθεί, είναι προφανής η ανάγκη για διαρθρωτικές τομές στο σύστημα υγείας, του οποίου οι αντοχές, εύλογα, τίθενται διαρκώς υπό αμφισβήτηση. Οι επιστημονικές αναλύσεις αλλά και οι μαρτυρίες ασθενών και λειτουργών του συστήματος υγείας είναι χαρακτηριστικές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Ποια είναι όμως η στάση του πολιτικού συστήματος απένταντι στο πρόβλημα αυτό; 

Μια πιο προσεκτική ανάγνωση των θέσεων των πολιτικών κομμάτων για την υγεία είναι διαφωτιστική. Στα ως άνω κείμενα, συναντά κανείς αναφορές σε αρχές όπως η  διαφάνεια, η αξιοκρατία, η ισότητα στην πρόσβαση, η καθολικότητα στην κάλυψη, η χρηστή διοίκηση-διαχείριση, η ενδυνάμωση της πρόληψης και της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας κ.λπ. Έννοιες προφανώς αδιαμφισβήτητες, αλλά που δεν υποδεικνύουν σε καμία περίπτωση την ύπαρξη ενός στρατηγικού σχεδίου και ενός πλάνου μετάβασης σε μια νέα εποχή για το σύστημα υγείας. Με κάποιες εξαιρέσεις που αφορούν σε συγκεκριμένες θέσεις που έχουν διατυπωθεί για τη χρηματοδότηση του συστήματος και τη γενική αντίληψη για την οργάνωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, οι περισσότερες εξ αυτών συνιστούν μια «δέσμη επιθυμιών». 

Με το ελαφρυντικό της βραχυχρόνιας προεκλογικής περιόδου, η οποία μας επιτρέπει να δούμε με κάποια επιείκεια το ζήτημα αυτό, προτείνω μια «αισιόδοξη» οπτική: ο αδρός τρόπος διατύπωσης των θέσεων των κομμάτων για την υγεία, αφήνει ζωτικό χώρο για την αναγκαία σύγκλιση στην πολιτική υγείας. Παρενθετικά υπενθυμίζω ότι το αίτημα για «συνέχεια στην πολιτική υγείας, ανεξαρτήτως προσώπων και κομμάτων» τυγχάνει ευρείας στήριξης, διαχρονικά. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι παρά το γενικότερο συγκρουσιακό κλίμα, στην πολιτική υγείας μπορούν να προκύψουν ευρύτερες συναινέσεις. Άλλωστε, είναι πλέον βέβαιο ότι χωρίς αυτές, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις θα μείνουν, για μία ακόμα φορά, σε επίπεδο εξαγγελιών. 

Μια τέτοια περιοχή σύγκλισης φαίνεται να είναι η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Η ανάγκη για ενδυνάμωσή της σε ανθρώπινους και υλικούς πόρους είναι δεδομένη και διατυπωμένη από όλες τις πλευρές του πολιτικού συστήματος. Άλλωστε, απορροφά κάτω του 10% της δημόσιας χρηματοδότησης, την ίδια στιγμή που σε αναπτυγμένα συστήματα υγείας το αντίστοιχο ποσοστό υπερβαίνει το 25%. Η σκοπιμότητα της  αξιοποίησης όλων των διαθέσιμων δομών και πόρων, δημόσιων και ιδιωτικών, είναι επίσης επιβεβαιωμένη. Άλλωστε ενδεχόμενος περιορισμός της προσφοράς στη σφαίρα του δημόσιου συστήματος –το οποίο βέβαια πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω– αφ’ ενός θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερα κενά στην κάλυψη των αναγκών υγείας των πολιτών και αφ’ ετέρου θα συρρικνώσει ακόμα περισσότερο τις επενδύσεις και το ανθρώπινο του ιδιωτικού τομέα. Εξάλλου, μια τέτοια επιλογή δεν τεκμηριώνεται ούτε επιστημονικά ούτε από τη διεθνή εμπειρία και πρακτική. 

Εν κατακλείδι, στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας διαφαίνεται μια σχετική σύγκλιση όσον αφορά στο «τι χρειάζεται να γίνει». Βεβαίως, αυτή η σύγκλιση δεν μπορεί ακόμα να επεκταθεί και στο «πώς θα γίνει», λόγω του χαρακτήρα των διατυπώσεων των θέσεων των πολιτικών κομμάτων, τουλάχιστον στην παρούσα φάση. Ωστόσο, μια αφετηρία σύγκλισης υπάρχει. Όπως επίσης υπάρχει –ελπίζω– ευρύτερη  συμφωνία ως προς το τεράρτιο κόστος της αδράνειας που επέδειξε η πολιτική υγείας στο πεδίο αυτό για πολλά χρόνια. 

Στην κατάσταση που έχει βρεθεί η χώρα, ζητείται, ούτως ή άλλως, σύγκλιση. Και η πολιτική υγείας, και ιδίως η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, προσφέρει την ευκαιρία. Ας την αξιοποιήσουμε...


* O Κυριάκος Σουλιώτης, είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτική Υγείας στη Σχολή Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου