Σταδιακά αυξάνεται το ποσοστό των αντιγριπικών εμβολιασμών, στη χώρα μας, εντούτοις όμως, παραμένουμε ακόμη σε χαμηλά ποσοστά σε σχέση με τον Ευρωπαϊκό στόχο.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, καταγράφεται μία στατιστικά σημαντική αύξηση της εμβολιαστικής τάσης κατά 43% σε αντιπροσωπευτικό δείγμα στον ελληνικό πληθυσμό από το 2009 έως το 2014. Ωστόσο, η εμβολιαστική κάλυψη το 2014 ήταν 32,5% στον γενικό πληθυσμό και 40,2% στα άτομα με χρόνια νοσήματα, τη στιγμή που ο Π.Ο.Υ. και η Ε.Ε. συνιστούν τον εμβολιασμό του 75% των ανθρώπων υψηλού κινδύνου.

Στοιχεία του ΚΕΕΛΠΝΟ για την περίοδο 2016-2017, δείχνουν την ίδια αυξητική τάση να παρατηρείται και στους επαγγελματίες υγείας, με 65% αύξηση των εμβολισμών στα νοσοκομεία και 42% στα Κέντρα Υγείας. Εντούτοις, στον ευαίσθητο χώρο της υγείας, υπάρχει ακόμα περιθώριο για υψηλότερη εμβολιαστική κάλυψη των εργαζόμενων, οι οποίοι οφείλουν να προστατεύσουν τους ασθενείς τους, αλλά και να αποτελέσουν πρότυπο για το ευρύ κοινό.

Τα παραπάνω τόνισε στην ομιλία της "Αντιγριπικός Εμβολιασμός: Τι συμβαίνει στην Ελλάδα" η αναπληρώτρια διευθύντρια του Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος, κ. Αννα Τζώρτζη, σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Ινστιτούτο, στο πλαίσιο του Γ΄ κύκλου διαλέξεων για επίκαιρα θέματα Δημόσιας Υγείας.

Η κ. Τζώρτζη αναφέρθηκε, επίσης «στην ανάγκη έγκυρης και επιστημονικά τεκμηριωμένης πληροφόρησης, ως μέσο προστασίας από τις ανεύθυνες και παραπλανητικές απόψεις που οδηγούν σε επικίνδυνες πρακτικές για την ατομική και δημόσια υγεία». Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, ανέφερε το επίκαιρο ζήτημα της επιδημικής έξαρσης της ιλαράς.
 
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης διαπιστώθηκε η αυξημένη υγειονομική ετοιμότητα απέναντι στην αναμενόμενη εποχική γρίπη που πρέπει να επιδείξουμε ως χώρα καθώς, όπως κάθε χρόνο, η συμπεριφορά του ιού τείνει να είναι απρόβλεπτη.

Οι επιστήμονες στην Ελλάδα συστήνουν τον εμβολιασμό του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού πληθυσμού, καθώς ο ιός κάθε χρόνο εμφανίζει επιπλοκές, αλλά και κάποιους αναπόφευκτους θανάτους.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.) την περίοδο 2017-2018 θα κυκλοφορήσουν καθ’ υπεροχήν στελέχη γρίπης τύπου Α(Η3Ν2), τα ίδια στελέχη που κυριάρχησαν στην Αυστραλία. Δεν μπορεί να αποκλειστεί όμως, η σε μικρότερο βαθμό συν-κυκλοφορία στελεχών τύπου Β, οι υπότυποι των οποίων καλύπτονται από το φετινό εμβόλιο.

Η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει επάρκεια αντιγριπικών εμβολίων, ενώ ένδειξη για τον εμβολιασμό 2017-2018, σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών και το Υπουργείο Υγείας, έχουν όλα τα άτομα μετά την ηλικία των 6 μηνών, ιδιαίτερα οι ομάδες αυξημένου κινδύνου.

Στην εκδήλωση χαιρέτισαν ο γενικός γραμματέας του Υπουργείου Υγείας κ. Γιάννης Μπασκόζος και ο διευθυντής του Ινστιτούτου, καθηγητής Παναγιώτης Μπεχράκης. Την συζήτηση συντόνισε ο ομότιμος καθηγητής Παθολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστήμιου Αθηνών κ. Γιώργος Σαρόγλου, ενώ τοποθετήθηκαν με τις ομιλίες τους ο πρόεδρος του Κέντρου Ελέγχου Λοιμώξεων και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ), κ. Θεόφιλος Ρόζενμπεργκ, ο πρόεδρος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ), κ. Μιχαήλ Βλασταράκος, ο πρόεδρος του Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου (ΠΦΣ) κ. Κυριάκος Θεοδοσιάδης και η αναπληρώτρια διευθύντρια του Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος, πνευμονολόγος κ. Άννα Τζώρτζη.

«Οι επιδημικές εξάρσεις της γρίπης και της ιλαράς είναι το αντίτιμο που πληρώνουμε ως κοινωνία στις ανεύθυνες απόψεις και πρακτικές, του λεγόμενου Αντιεμβολιαστικού κινήματος», τόνισε ανοίγοντας την εκδήλωση, ο διευθυντής του Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος κ. Παναγιώτης Μπεχράκης, ο οποίος δήλωσε ότι «Η πρόληψη αποτελεί τον σημαντικότερο τομέα της σύγχρονης ιατρικής που αναπτύσσεται αλματωδώς σε παγκόσμια κλίμακα».  

Ο ομότιμος καθηγητής Παθολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων κ. Γιώργος Σαρόγλου, τόνισε ότι η γρίπη φέτος αναμένεται να προκαλέσει έξαρση κι αυτός είναι ο λόγος που δημιουργείται η ανάγκη ενημέρωσης και πρόληψης. Όπως είπε χαρακτηριστικά: «Η γρίπη εμφανίζεται σε 2 μορφές: είτε ως ετήσια εποχική γρίπη, η οποία θα προκαλέσει κάθε χρονιά κάποιους αναπόφευκτους θανάτους, είτε ως επιδημία, όπως αυτή που ζήσαμε το 2009-2010. Δεν υπάρχουν ενδείξεις παρουσίας πανδημικών στελεχών γρίπης φέτος για την Ευρώπη, ωστόσο οι 108, επιβεβαιωμένοι εργαστηριακά, θάνατοι από γρίπη που συνέβησαν πέρυσι, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη επαγρύπνησης και πρόληψης μέσω των ενδεδειγμένων εμβολιασμών», συμπλήρωσε ο κ. Σαρόγλου.

Στην Ελλάδα

Στην ομιλία του με τίτλο Επιδημία Γρίπης: Η διάσταση του προβλήματος στην Ελλάδα, ο πρόεδρος του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ), κ. Θεόφιλος Ρόζενμπεργκ, τόνισε την ανάγκη να θυμόμαστε ότι κάθε χρόνο η γρίπη ευθύνεται για ένα σημαντικό ποσοστό νοσηρότητας και θνητότητας στον Ελληνικό πληθυσμό.

«Κατά την περίοδο 2016-2017 επικράτησε ο υπότυπος γρίπης Α (Η3Ν2), με ένα μικρότερο κύμα γρίπης Β προς το τέλος της περιόδου. Παρατηρήθηκαν αρκετά λιγότερα σοβαρά κρούσματα εργαστηριακά επιβεβαιωμένης γρίπης όμως, παράλληλα, καταγράφηκε μεγάλη αύξηση της γενικής θνησιμότητας, σχεδόν αποκλειστικά στις ηλικίες άνω των 65 ετών. Η μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών που νοσηλεύθηκαν σε ΜΕΘ ή απεβίωσαν από, εργαστηριακά επιβεβαιωμένη, γρίπη δεν είχαν εμβολιαστεί, αν και ανήκαν σε ομάδα υψηλού κινδύνου», τόνισε ο κ. Ρόζενμπεργκ, ο οποίος συμπλήρωσε ότι «τα παραπάνω καταδεικνύουν τη σημασία του αντιγριπικού εμβολιασμού, ως το καλύτερο διαθέσιμο μέσο προστασίας από τη νόσο».

Το ΚΕΕΛΠΝΟ, ως ο αρμόδιος φορέας Δημόσιας Υγείας της χώρας, όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, προγραμματίζει δράσεις για την αντιμετώπιση της έξαρσης της εποχικής γρίπης και κατά συνέπεια, την προστασία των πολιτών. «Στο πλαίσιο αυτό, η συνεργασία με το Ινστιτούτο Δημόσιας Υγείας και τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο, θεσμικό όργανο που εκπροσωπεί τον ιατρικό κόσμο της χώρας, κρίνεται περισσότερο από ποτέ επιτακτική», κατέληξε ο κ. Ρόζενμπεργκ.

Ο ρόλος του γιατρού

Κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής του με θέμα Ο ρόλος του ιατρού στην αντιμετώπιση της γρίπης, ο πρόεδρος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ), κ. Μιχαήλ Βλασταράκος συνέστησε τον αντιγριπικό εμβολιασμό των γιατρών όλης της χώρας. «Οι γιατροί αλλά και όλοι οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να θωρακίσουν, όχι μόνο τον εαυτό τους, αλλά και τον υπόλοιπο πληθυσμό με τον αντιγριπικό εμβολιασμό, για την αποτροπή της επιδημικής έξαρσης της γρίπης», είπε χαρακτηριστικά.

Ο ρόλος του φαρμακοποιού

«Οι φαρμακοποιοί υπενθυμίζουν την ανάγκη του εμβολιασμού στους ασφαλισμένους και γενικά στα άτομα που προσέρχονται, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο τον ρόλο του φαρμακοποιού στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και την πρόληψη. Τα 11.000 φαρμακεία μπορούν να αποτελέσουν πυρήνες ενημέρωσης του κοινού σύμφωνα με τις οδηγίες της ιατρικής κοινότητας», τόνισε στην ομιλία του Ο ρόλος του φαρμακοποιού στην αντιμετώπιση της γρίπης ο πρόεδρος του ΠΦΣ, κ. Κυριάκος Θεοδοσιάδης, ενώ χαρακτήρισε τις αντιεμβολιαστικές απόψεις, ως «επικίνδυνες»:
«Ο Αρμαγεδών του αντιεμβολιασμού αποτελεί τον σημαντικότερο κίνδυνο τη χρονική περίοδο που διανύουμε. Γιατροί, φαρμακοποιοί, αλλά και οι υπόλοιποι λειτουργοί της Υγείας πρέπει να ξεκινήσουμε άμεσα συνέργειες και συνεργασίες για τον άμεσο και έγκαιρο εμβολιασμό του πληθυσμού», είπε ο κ. Θεοδοσιάδης, αναφέροντας, επίσης, ότι το 90% των εμβολιασμών πραγματοποιούνται στα φαρμακεία της χώρας.

Η γρίπη

Στη χώρα μας η περίοδος της εποχικής γρίπης εντοπίζεται από τον Οκτώβριο έως τον Απρίλιο, με την κορύφωσή της να καταγράφεται μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου. Μεταδίδεται από άτομο σε άτομο μέσω των αναπνευστικών εκκρίσεων, μία ημέρα πριν έως και πέντε μέρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Τα συμπτώματα διαρκούν από 2 έως 7 ημέρες, ενώ οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν πλήρως μέσα σε μια έως δύο εβδομάδες.

Στις επιπλοκές της γρίπης περιλαμβάνονται: μικροβιακή πνευμονία, παρόξυνση της χρόνιας βρογχίτιδας, κρίσεις άσθματος σε άτομα με βρογχικό άσθμα, επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας, αφυδάτωση, απορύθμιση του σακχαρώδη διαβήτη.

Ένδειξη για αντιγριπικό εμβολιασμό έχουν όλα τα άτομα ηλικίας άνω των 6 μηνών εφ' όσον το επιθυμούν. Πιο επιτακτική είναι η ένδειξη του εμβολιασμού για τις ομάδες υψηλού κινδύνου, στις οποίες περιλαμβάνονται άτομα άνω των 60 ετών, παιδιά και ενήλικες με χρόνια νοσήματα, γυναίκες σε κύηση, λοχεία, ή θηλασμό, άτομα με παχυσαρκία, κλειστοί πληθυσμοί (στρατιωτικές, αστυνομικές σχολές, τρόφιμοι ιδρυμάτων κ.α.), άτομα που φροντίζουν βρέφη, ασθενείς και ηλικιωμένους, επαγγελματίες  ειδικών κατηγοριών (πτηνοτρόφοι, κτηνίατροι κ.α.)