Οι αυξημένες τιμές της "κακής" χοληστερόλης (LDL) είναι ευρέως γνωστό ότι ευθύνονται για σοβαρά καρδιαγγειακά προβλήματα. Τα καλά νέα είναι ότι ο συνδυασμός αυτών των δύο φαρμάκων ρίχνει με ασφάλεια την χοληστερίνη, απομακρύνοντας την πιθανότητα να συμβεί κάποιο επεισόδιο. Αυτό έδειξαν οι νέες αναλύσεις των αποτελεσμάτων της γνωστής μελέτης IMPROVE-IT, που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Λονδίνο. Την ανακοίνωση έκανε η MSD, γνωστή και ως Merck & Co., Inc., Kenilowrth, NJ, USA, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά.

Ο συνδυασμός σιμβαστατίνης και εζετιμίμπης και η εζετιμίμπη ως μονοθεραπεία έχουν σήμερα ενδείξεις χορήγησης σε ασθενείς με υπερλιπιδαιμία - στους οποίους η αγωγή με στατίνη θεωρείται ακατάλληλη ή δεν είναι ανεκτή για τη μείωση των αυξημένων επιπέδων της LDL χοληστερόλης - σε συνδυασμό με υγιεινή διατροφή. Με βάση τα αποτελέσματα από την κλινική μελέτη IMPROVE-IT, η MSD έχει υποβάλει αίτηση στον ΕΟΦ με στόχο να λάβει νέα ένδειξη χορήγησης του συνδυασμού σιμβαστατίνης και εζετιμίμπης αλλά και της εζετιμίμπης ως μονοθεραπείας, για την ελάττωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

«Η IMPROVE-IT μας δίνει τη δυνατότητα να μελετήσουμε τα δεδομένα έκβασης των καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς οι οποίοι λάμβαναν συνδυασμό σιμβαστατίνης και εζετιμίμπης, όπως επίσης και να εξετάσουμε τον σημαντικό παράγοντα της μακροπρόθεσμης ασφάλειας και αποτελεσματικότητας της θεραπείας υπό ελεγχόμενες συνθήκες» δήλωσε ο Λάζαρος Πουγγίας, MD, PhD, Ιατρικός Διευθυντής της MSD Ελλάδας.
 

Οι νεότερες αναλύσεις της Μελέτης IMPROVE-IT:

1. Εμφάνιση νέων περιπτώσεων Σακχαρώδους Διαβήτη

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι ασθενείς οι οποίοι λάμβαναν συνδυασμό σιμβαστατίνης και εζετιμίμπης, δεν διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης νεοδιαγνωσθέντος σακχαρώδους διαβήτη (ΣΔ) σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν μονοθεραπεία με σιμβαστατίνη και για διάμεση περίοδο παρακολούθησης >5,5 έτη.

Κατά τη διάρκεια της μελέτης 1.414 ασθενείς (13,3% χωρίς ΣΔ κατά την έναρξη της δοκιμής) είχαν νέα εκδήλωση ΣΔ, η οποία ορίστηκε είτε ως έναρξη λήψης φαρμακευτικής αγωγής για τη ρύθμιση του διαβήτη, είτε μετά από 2 συνεχόμενες μετρήσεις επιπέδων γλυκόζης νηστείας αίματος με τιμές ≥7 mmol/L (126 mg/dL). Από τις περιπτώσεις νεοδιαγνωσθέντος ΣΔ, το 50,9% αφορούσε τους ασθενείς που λάμβαναν το συνδυασμό σιμβαστατίνης και εζετιμίμπης και το 49,1% σε όσους λάμβαναν μονοθεραπεία με σιμβαστατίνη (λόγος κινδύνου 1,04; 95% CI 0,94-1,15).

2. Ασφάλεια και Αποτελεσματικότητα μακροπρόθεσμης επίτευξης Πολύ Χαμηλών Επιπέδων LDL Χοληστερόλης

Η post-hoc ανάλυση συνέκρινε τα στοιχεία ασφάλειας και αποτελεσματικότητας κατά τη διάμεση περίοδο παρακολούθησης των 6 ετών σε ασθενείς οι οποίοι διαστρωματώθηκαν με βάση τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης κατά τον 1ο μήνα της μελέτης. Η μελέτη αξιολόγησε τον 1ο μήνα τους ασθενείς οι οποίοι είχαν επίπεδα LDL χοληστερόλης <30 mg/dL, 30 - <50 mg/dL, 50 - <70 mg/dL,και ≥70 mg/dL.

Τα εννέα επιλεχθέντα συμβάματα ασφάλειας ειδικού ενδιαφέροντος στα οποία συμπεριλαμβάνονταν το αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο και ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες οδήγησαν στη διακοπή της θεραπείας, ανέδειξαν παρόμοια ποσοστά σε ασθενείς με LDL χοληστερόλη <30 mg/dL τον 1ο μήνα (επιτεύχθηκε στο 6% των ασθενών), σε σύγκριση με ασθενείς οι οποίοι πέτυχαν υψηλότερα επίπεδα LDL χοληστερόλης.

Επιπλέον, η ίδια ανάλυση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα καρδιαγγειακά συμβάματα εμφανίζονταν λιγότερο συχνά σε ασθενείς που επιτύγχαναν επίπεδα LDL χοληστερόλης <70 mg/dL κατά τον 1ο μήνα της μελέτης, σε σύγκριση με τους ασθενείς με επίπεδα LDL χοληστερόλης ≥70 mg/dL. Για την πλήρη λίστα όλων των παραμέτρων ασφαλείας που αναλύθηκαν, παρακαλούμε επισκεφθείτε τον ιστότοπο της ESC.

3. Επίτευξη του Διπλού Στόχου LDL Χοληστερόλης (<70 mg/dL) και C Αντιδρώσας Πρωτεΐνης Υψηλής Ευαισθησίας - hs-CRP (<2 mg/L): συχνότερη επίτευξη με την προσθήκη της εζετιμίμπης στη θεραπεία και σχετιζόμενη με καλύτερες εκβάσεις

Επιπρόσθετες ενδείξεις για την αποτελεσματικότητα του συνδυασμού σιμβαστατίνης και εζετιμίμπης προκύπτουν και από μία άλλη ανάλυση της IMPROVE-IT, η οποία αξιολόγησε τις εκβάσεις σε ασθενείς με συγκεκριμένα επίπεδα LDL χοληστερόλης και C-αντιδρώσας πρωτεΐνης υψηλής ευαισθησίας (hs-CRP).

Τα επίπεδα της CRP - ενός δείκτη φλεγμονής - σε κάποιες περιπτώσεις συνδέονται με μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Αυτή η ανάλυση κατέδειξε ότι οι ασθενείς οι οποίοι εμφάνισαν επίπεδα LDL Χοληστερόλης <70 mg/dL και hs-CRP <2 mg/L κατά τον 1ο μήνα της μελέτης, είχαν χαμηλότερο ποσοστό πρωτεύοντος σύνθετου καταληκτικού σημείου των μειζόνων καρδιαγγειακών συμβαμάτων κατά τη διάρκεια της μελέτης, σε σύγκριση με τους ασθενείς οι οποίοι δεν επιτύγχαναν κανένα από αυτά τα επίπεδα.

Σημαντικά περισσότεροι ασθενείς οι οποίοι λάμβαναν συνδυασμό σιμβαστατίνης και εζετιμίμπης πέτυχαν αυτά τα δύο συγκεκριμένα επίπεδα τον 1ο μήνα, σε σύγκριση με ασθενείς οι οποίοι λάμβαναν μόνο σιμβαστατίνη (50% έναντι 29%, p<0.001).