Η παγκόσμια έρευνα έγινε σε δείγμα 1.333 ασθενών (ηλικίας ≥18 ετών) και παιδιά (6-17 ετών), που πάσχουν από σοβαρό επίμονο άσθμα. Πραγματοποιήθηκε σε αρκετές χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, του Καναδά, της Βραζιλίας και της Ιαπωνίας, από την φαρμακευτική εταιρεία Novartis.

Από την επεξεργασία των δεδομένων προκύπτει ότι το 64% των ερωτηθέντων είχε βιώσει συμπτώματα άσθματος περισσότερο από δύο φορές την εβδομάδα και έπρεπε να κάνει χρήση κατ’ επίκληση θεραπείας.

Η πάθηση επηρεάζει σημαντικά τους εργαζόμενους με σοβαρό άσθμα, καθώς ένας στους τρεις (34%) παίρνει άδεια από τη δουλειά του λόγω του άσθματος. Κατά μέσο όρο οι εργαζόμενοι, που ζουν με σοβαρό άσθμα, απουσίασαν από την εργασία τους 8 ημέρες σε διάστημα 6 μηνών λόγω του άσθματος. Αντίστοιχα, οι αθλητικές και σωματικές δραστηριότητες επηρεάζονται σημαντικά από τη διάγνωση του σοβαρού άσθματος, με το 84% των ασθενών να αναφέρει ότι περιορίζεται από το άσθμα του και το 24% να αναφέρει ότι δεν μπορεί να ασχοληθεί με καμία αθλητική δραστηριότητα. 

Οι περιορισμοί που βιώνουν τα άτομα με σοβαρό άσθμα μπορεί να έχουν ευρείες και σοβαρές συνέπειες, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις προκαλούν θέματα ψυχικής υγείας.

Η έρευνα «Still Fighting for Breath» έδειξε, επίσης, ότι οι μισοί ασθενείς (51%) ανέφεραν ότι το άσθμα τους επηρέασε αρνητικά την αυτοπεποίθησή τους και ότι ένα εντυπωσιακό 50% ανέφερε ότι έχει διαγνωστεί με κάποια ψυχολογική κατάσταση εξαιτίας της νόσου. Συγκεκριμένα, το 40% νοιώθει άγχος και το 28% ζει με κατάθλιψη. Πολλοί από τους ερωτηθέντες ανέφεραν ότι νοιώθουν περιορισμό, εξάρτηση ή φόβο λόγω του άσθματος και το 59% δήλωσε ότι και δυσκολεύεται ακόμα και να ξυπνήσει το πρωί. Επιπρόσθετα, το 58% δυσκολεύεται με τα καθημερινά ψώνια και το 52% όσων απάντησαν δήλωσε ότι δυσκολεύεται με τις κοινωνικές συναναστροφές.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η νέα έρευνα κατέδειξε σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα σε αυτό που ασθενείς αντιλαμβάνονται ως ελεγχόμενο άσθμα και σε αυτό που πραγματικά είναι. Λίγο λιγότεροι από τους μισούς ασθενείς (42%) της έρευνας αυτοχαρακτηρίστηκαν ως «ελεγχόμενοι», σε αντίθεση με το 6% των ασθενών που θεωρήθηκαν «ελεγχόμενοι» σύμφωνα με τις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες της Διεθνούς Πρωτοβουλίας για το Άσθμα (GINA). Αυτή η απόκλιση μπορεί να αποτελεί περιοριστικό παράγοντα για τους ασθενείς, που αναζητούν βοήθεια, προκειμένου να ελέγξουν την κατάστασής τους.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Κλάους Κρόεγκαλ, έναν από τους συγγραφείς της έρευνας: «Πρέπει να γίνουν περισσότερα, ώστε να βοηθηθούν τα άτομα που ζουν με σοβαρό άσθμα και το πρώτο βήμα είναι να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στην αντίληψη και στην πραγματικότητα του «καλού ελέγχου». Πρέπει να εστιάσουμε περισσότερο στην ενδυνάμωση και στην επιμόρφωση των ασθενών με άσθμα, προκειμένου να αγωνίζονται για καλύτερα αποτελέσματα στην υγεία τους και να τους βοηθήσουμε να επιτύχουν μία ζωή χωρίς περιορισμούς, λόγω της κατάστασής τους». 

Tο άσθμα είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα υγείας, που εκτιμάται ότι επηρεάζει 300 εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως. Είναι μία συχνή χρόνια κατάσταση, που μπορεί να προκαλέσει βήχα, συριγμό, σφίξιμο στο στήθος και δύσπνοια.

Το άσθμα δεν θεραπεύεται και η φαρμακευτική αγωγή εστιάζει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων.

Τα συμπτώματα του άσθματος μπορούν να επιδεινωθούν είτε σταδιακά είτε αιφνίδια. Αυτό αναφέρεται συχνά ως «κρίση άσθματος» ή «παρόξυνση». Οι σοβαρές παροξύνσεις μπορεί να οδηγήσουν σε νοσηλεία και μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή. Ωστόσο, όταν χορηγείται κατάλληλη θεραπεία, το άσθμα μπορεί να ελεγχθεί χωρίς συμπτώματα.

Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι άσθματος. Το σοβαρό άσθμα απαιτεί παρακολούθηση και υποστήριξη από ειδικό γιατρό. Περίπου το 5% των ασθματικών ασθενών πάσχει από σοβαρό άσθμα. Ένας ασθενής με σοβαρό άσθμα μπορεί να παρουσιάσει αναπνευστικές δυσκολίες και διατρέχει επίσης κίνδυνο σοβαρών παροξύνσεων.