Είναι μια δοκιμή, στην οποία οι ερευνητές επενδύουν πολλά, κυρίως γιατί θέλουν να αποδείξουν ότι νους και σώμα βρίσκονται σε στενή αλληλεπίδραση, με άμεση διαμεσολάβηση του ανοσοποιητικού συστήματος.

Η επιστημονική κοινότητα αποκτά ολοένα περισσότερα στοιχεία ότι, εκτός από τις γνωστές αυτοάνοσες παθήσεις, η παθολογική υπερδραστηριοποίηση της άμυνας του σώματος, που στρέφεται εναντίον του ίδιου του οργανισμού, μπορεί να παίζει ρόλο, επίσης, σε ένα ευρύ φάσμα ψυχικών διαταραχών και νευρολογικών παθήσεων, από την κατάθλιψη έως την άνοια.

Ο πρώτος ασθενής, στον οποίο ξεκίνησε η θεραπεία την περασμένη Πέμπτη, είναι ένας 33χρονος άνδρας, που διαγνώσθηκε με σχιζοφρένεια προ δεκαετίας, σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα Guardian.

Μέσα στην επόμενη διετία, σε 30 ασθενείς και - για λόγους σύγκρισης σε άλλους 30 υγιείς ανθρώπους - θα χορηγείται μια φορά τον μήνα ένα μονοκλωνικό αντίσωμα (natalizumab) ή ένα ψευδοφάρμακο (placebo). Οι ερευνητές ελπίζουν το φάρμακο να «χτυπήσει» τη ρίζα της ψυχικής νόσου με πιο δραστικό τρόπο από κάθε άλλη θεραπεία έως σήμερα.

Έχει προηγηθεί έρευνα για πάνω από μία δεκαετία από επιστήμονες, με επικεφαλής τον καθηγητή μοριακής ψυχιατρικής Όλιβερ Χάουζ του Ινστιτούτου Ιατρικών Επιστημών του Λονδίνου και του Νοσοκομείου Mausdley. Οι έρευνες αυτές, όπως και παρόμοιες σε άλλες χώρες, έχουν προσφέρει ενδείξεις ότι οι δυσλειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος στον εγκέφαλο πιθανώς βρίσκονται στην «καρδιά» της σχιζοφρένειας, τουλάχιστον σε μερικούς ασθενείς.

Σχεδόν όλα τα υπάρχοντα ψυχοφάρμακα για τη σχιζοφρένεια στοχεύουν στον περιορισμό της ντοπαμίνης στον εγκέφαλο των ασθενών, προκειμένου να τεθούν υπό έλεγχο τα συμπτώματα της ψύχωσης.

Το φάρμακο για την πολλαπλή σκλήρυνση στοχεύει στα μικρογλοιακά κύτταρα του εγκεφάλου, τα οποία, στην περίπτωση των ασθενών με σχιζοφρένεια, λειτουργούν πολύ πιο επιθετικά από ό,τι στους υγιείς ανθρώπους, «κουρεύοντας» δραματικά τις ζωτικές συνδέσεις μεταξύ των νευρώνων. Το αντίσωμα επαναφέρει τη δραστηριότητα αυτή σε φυσιολογικά επίπεδα, κάτι που οι επιστήμονες ελπίζουν να οδηγήσει σε περιορισμό της φλεγμονής στον εγκέφαλο και σε μείωση των ψυχωσικών και άλλων συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας.