Η μειώσεις των τιμών των φαρμάκων και ο περιορισμός της δαπάνης αποτέλεσαν έναν δραματικό συνδυασμό τα προηγούμενα χρόνια για την αγορά των φαρμακείων η οποία υπολογίζεται ότι έχασε πάνω από 1,5 δις. ευρώ. Παρόλ’ αυτά η εν λόγω αγορά κατάφερε την τριετία 2013-2016 να παρουσιάσει ανοδικό μέσο ετήσιο ρυθμό πωλήσεων ο οποίος εκτιμάται στο +2%. Αρωγός στην πορεία αυτή ήταν ο  κλάδος των παραφαρμακευτικών προϊόντων, ο οποίος μέσα στην κρίση παρουσιάζει μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 4,5%, με σημαντικότατη τη συνεισφορά των συμπληρωμάτων διατροφής των οποίων μάλιστα η αγορά έχει απελευθερωθεί εδώ και αρκετό καιρό.

Σύμφωνα λοιπόν με την κλαδική μελέτη «Φαρμακεία», που εκπόνησε η ΣΤΟΧΑΣΙΣ Σύμβουλοι Επιχειρήσεων ΑΕ, , η αγορά των φαρμακείων μετά από μια περίοδο πτωτικής πορείας (2010-2013) εμφάνισε τάσεις σταθεροποίησης το 2014 και άνοδο τη διετία 2015-2016. Ειδικότερα το μέγεθος της αγοράς των φαρμακείων διαμορφώθηκε το 2016 σε 5,1 δισ. ευρώ, με Μέσο Ετήσιο Ρυθμό Μεταβολής -3,5% την περίοδο 2011-2016, ενώ ο αντίστοιχος ρυθμός της περιόδου 2013-2016 ήταν 2%.

Συγκςκριμένα, η κατηγορία των συνταγογρφούμενων φαρμάκων στο φαρμακείο παρουσίασε πτώση 21,6% το 2016 σε σχέση με το 2011, γεγονός που οφείλεται τόσο στη μείωση της συνταγογράφησης όσο και στις μειωμένες τιμές, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής, ενώ παρουσίασε άνοδο η κατηγορία των παραφαρμακευτικών προϊόντων (2016/2011: 4,5%).

Η μελέτη τονίζει ακόμη ότι η αύξηση του ποσοστού συμμετοχής των παραφαρμακευτικών προϊόντων στο συνολικό μέγεθος της εξεταζόμενης αγοράς την περίοδο έφτασε στο 25% το 2016 από 20% το 2011. Η μεγαλύτερη μεταβολή την πενταετία 2012-2016 παρατηρείται στην αυξημένη συμμετοχή των συμπληρωμάτων διατροφής στον κύκλο εργασιών των παραφαρμακευτικών προϊόντων (από 2012: 20% σε 2016: 38%). Ωστόσο, τα ποσοστά αυτά μεταβάλλονται ανάλογα με την περιοχή όπου λειτουργεί το φαρμακείο, τις πρακτικές μάρκετινγκ που χρησιμοποιεί και τη συμμετοχή του σε δίκτυο.

Στη μελέτη σημειώνεται ακόμη ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των φαρμακείων, λόγω των καθορισμένων τιμών των φαρμάκων, εντοπίζεται κυρίως στις διαπροσωπικές σχέσεις φαρμακοποιών-καταναλωτών, καθώς ο καταναλωτής σήμερα επιδιώκει τη μοναδικότητα και την εξατομίκευση των υπηρεσιών του φαρμακείου στις ιδιαιτερότητές του, στην ποικιλία διαθέσιμων παραφαρμακευτικών προϊόντων αλλά και στις εκπτώσεις και προσφορές από τα διαδικτυακά φαρμακεία και στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.

 Όσον αφορά στον αριθμό φαρμακείων, η Ελλάδα κατέχει την 7η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, (10.386 βάσει έρευνας της ΣΤΟΧΑΣΙΣ), διαθέτοντας τη μεγαλύτερη αναλογία φαρμακείων ανά 100.000 κατοίκους το 2015.  Στις περισσότερες χώρες της EE-28, η λιανική πώληση του φαρμάκου είναι αυστηρά ρυθμισμένη και οι περιορισμοί αφορούν κυρίως στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των φαρμακείων, στη στελέχωσή τους, στα είδη φαρμάκων που δικαιούνται να εμπορεύονται, καθώς επίσης στην τιμολόγηση των φαρμάκων και στη συνταγογράφηση.

Αν επιχειρήσουμε ένα πρόχειρο υπολογισμό θα βλέπαμε ότι ο μέσος μικτός τζίρος ανά φαρμακείο φτάνει τα 491 χιλ. ευρώ, ήτοι ένα ιδιαίτερα υψηλότερο ποσό από εκείνο που προσδιόρισε ο κ. Θεόδωρος Αμπατζόγλου, πρώην πρόεδρο ΠΦΣ και πρώην διοικητής ΙΚΑ & ΟΑΕΔ, ως «νεκρό σημείο εργασιών φαρμακείου». Ο κ. Αμπατζόγλου συγκεκριμένα σε πρόσφατο φαρμακευτικό συνέδριο είχε τονίσει ότι ένα φαρμακείο είναι ζημιογόνο αν έχει τζίρο χαμηλότερο των περίπου 317 χιλ. ευρώ ετησίως (εδώ) .

Φαίνεται λοιπόν ότι έχουμε στη χώρα φαρμακεία πολλών ταχυτήτων. Εκείνα που όντως μπορούν να έχουν τζίρο σημαντικά υψηλότερου του νεκρού σημείου και  εκείνα που οριακά συντηρούνται λόγω της περιοχής που βρίσκονται.

Έρευνα

Σύμφωνα επίσης με έρευνα που διεξήχθη για λογαριασμό της ΣΤΟΧΑΣΙΣ στους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι σχεδόν το 50% των Ελλήνων επισκέπτεται το πολύ 2 φορές το μήνα το φαρμακείο για εκτέλεση συνταγών. Ειδικότερα το 45% επισκέπτεται το φαρμακείο για εκτέλεση συνταγών κάθε 15 μέρες,  το 30% μια φορά το τρίμηνο, ενώ το 23% δυο φορές το χρόνο.

 Όσον αφορά τις  επισκέψεις που δεν αφορούν σε εκτέλεση συνταγών, οι συμμετέχοντας σημειώνουν ότι η επίσκεψη γίνεται κυρίως για την αγορά Μη συνταγογραφούμενων Φαρμάκων. Όπως δείχνει η έρευνα τα ΜΗΣΥΦΑ παρουσιάζουν την υψηλότερη συχνότητα αγορών («Συχνά», «Πολύ συχνά»), ποσοστό 38%, με τα καλλυντικά και τα συμπληρώματα διατροφής να ακολουθούν με ποσοστά 16,3% και 15,2% αντίστοιχα.

Όσον αφορά στην αγορά παραφαρμακευτικών ειδών από το διαδίκτυο, οι συμμετέχοντες δήλωσαν σε ποσοστό 81% ότι σπάνια τα προμηθεύονται διαδικτυακά και μόλις το 1% πολύ συχνά.  Τα ποσοστά αυτά βέβαια μπορούν να μεταφραστούν και ως ισχυρές δυνατότητες ανάπτυξης που μπορεί να έχουν τα ηλεκτρονικά φαρμακεία.

 Ως προς την πηγή ενημέρωσης για θέματα υγείας και φαρμάκων «κυριαρχούν» οι παραδοσιακές μέθοδοι πληροφόρησης, με το 87,9% του συνόλου των ερωτώμενων να απαντά ότι ενημερώνεται από το γιατρό τους και το 50% του συνόλου από το φαρμακοποιό τους. Σημειώνεται ότι, οι ερωτώμενοι στην μεγάλη τους πλειοψηφία (84,1%) απάντησαν ότι βλέπουν το φαρμακοποιό τους πρώτα σαν επιστήμονα και μετά σαν επιχειρηματία.