Πρώτη σε άνοδο προ κρίσης, αλλά και σε πτώση από το 2009-2015, είναι η φαρμακευτική βιομηχανία στη χώρα μας σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, ο οποίος κατέγραψε ρυθμό ανάπτυξης της φαρμακοβιομηχανίας στην Ελλάδα της τάξης του 11% τα έτη 2003-2009, αλλά και ρυθμό ύφεσης -6,5% από το 2009 - 2015.

Στη δεύτερη θέση τα χρόνια της ύφεσης, τοποθετήθηκε η Πορτογαλία με απώλειες της φαρμακοβιομηχανίας της τάξης του 5,9%, έναντι ανάπτυξης μόλις 0,5% τα προηγούμενα χρόνια και στην τρίτη θέση τοποθετήθηκε η Ιρλανδία, με πτώση 4,4% τα έτη 2009-2015, ενόσω από το 2003-2009 κατέγραφε ανάπτυξη της τάξης του 7%.

Τις ίδιες χρονιές στον ΟΟΣΑ κατά μέσο όρο καταγράφηκε άνοδος της τάξης του 2,3% και πτώση 0,5% αντίστοιχα.

Σημείο σταθερότητας πριν και μετά την κρίση ήταν η Σουηδία όπου κατέγραφε άνοδο 0,9% ως το 2009 και καμία ανάπτυξη από το 2009 και μετά.
Αντίθετα, η φαρμακευτική βιομηχανία συνέχισε την ανάπτυξή της και μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, στην Αυστρία, τις ΗΠΑ, τη Εσθονία, Ελβετία, Νορβηγία, Κορέα, Ιαπωνία και Λετονία, με ποσοστά από 0,7% - 4,2%.

Όπως επισημαίνεται στην έκθεση του ΟΟΣΑ "Health at a Glance 2017", "o μέσος ρυθμός ανάπτυξης των φαρμακευτικών τα έτη 2009-2015 ήταν πολύ χαμηλότερος σε σύγκριση με τα χρόνια πριν την κρίση, καθώς τα χρόνια αυτά, η φαρμακευτική δαπάνη μειωνόταν κατά 0,5% κατ΄ έτος, κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, κυρίως λόγω των περικοπών στις δαπάνες, αλλά και την λήξη της προστασίας των πατέντων σε φάρμακα που ήταν blockbusters και έδιναν ώθηση της τάξης του 2,3% ετησίως, μεταξύ των ετών 2003-2009.
Η μείωση ήταν περισσότερο αισθητή στην Ευρώπη, λόγω κρίσης, με τη μεγαλύτερη επίπτωση να σημειώνεται στην Ελλάδα (-6,5%), την Πορτογαλία (-5,9%) και την Ιρλανδία (-4,4%).
Για τη μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης, οι κυβερνήσεις έθεσαν ως προτεραιότητα τη μείωση της κρατικής συμμετοχής σε αυτήν, με την εξαίρεση σκευασμάτων από τη συνταγογράφηση και την αύξηση των χρεώσεων σε συνταγογραφούμενα φάρμακα εξωνοσοκομειακής περίθαλψης.
Τα τελευταία χρόνια όμως, σε αρκετές χώρες, όπως Γερμανία, Ελβετία, Βέλγιο και ΗΠΑ, η αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης επανέρχεται, γεγονός που κατά ένα μέρος οφείλεται στη δαπάνη για φάρμακα υψηλού κόστους, όπως τα ογκολογικά και αυτά της ηπατίτιδας c".

Όπως επισημαίνει η σχετική έκθεση, "οι φαρμακευτικές παίζουν σημαντικό ρόλο στο σύστημα υγείας. Οι αρχές χρειάζεται να ισορροπούν την πρόσβαση των ασθενών σε φάρμακα, δίνοντας ταυτόχρονα τα κατάλληλα κίνητρα στη βιομηχανία, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι οι προϋπολογισμοί είναι περιορισμένοι.

Η φαρμακευτική δαπάνη αντιπροσωπεύει την τρίτη κατά σειρά δαπάνη σε ένα σύστημα υγείας, μετά την νοσοκομειακή και εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, καλύπτοντας ένα ποσοστό 16% της συνολικής δαπάνης υγείας στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ.

Ποσοστά κάλυψης
Όπως συμβαίνει και με τις άλλες λειτουργίες του συστήματος υγείας, η φαρμακευτική δαπάνη καλύπτεται κυρίως από το κράτος ή από υποχρεωτικά ασφαλιστικά σχήματα. Σε ολόκληρο τον ΟΟΣΑ, αυτά τα σχήματα καλύπτουν περίπου το 57% της δαπάνης, με απ΄ ευθείας πληρωμές από τους ασθενείς σε ποσοστό 39% και προαιρετική ιδιωτική ασφάλιση κατά 4% περίπου.

Η κάλυψη είναι μεγαλύτερη στη Γερμανία και το Λουξεμβούργο όπου το κράτος και τα υποχρεωτικά ασφαλιστικά σχήματα καλύπτουν τουλάχιστον το 80% της δαπάνης. Σε 8 χώρες του ΟΟΣΑ, το δημόσιο καλύπτει λιγότερο από το 50%, και συγκεκριμένα στην Πολωνία το 34%, Λετονία το 35%, τον Καναδά και τις ΗΠΑ το 36%. Σε αυτές τις χώρες η ιδιωτική ασφάλιση ή οι απευθείας πληρωμές, παίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο στη χρηματοδότηση των φαρμακευτικών εταιριών.  Στην κατάταξη αυτή, η Ελλάδα καταλαμβάνει τη 18η  θέση με τη σχέση δαπάνης κράτους - ασθενών  να διαμορφώνεται στο 52-48%, αντίστοιχα, ενώ την πρωτιά κατέχει η Γερμανία με ποσοστό 84-16% και τελευταία είναι η Πολωνία με 34% κρατική συμμετοχή, έναντι 66% των ασθενών. Και στις δύο τελευταίες χώρες δεν υπάρχει συμμετοχή ιδιωτικής ασφάλισης.

Κατά κεφαλήν κατανάλωση
Βάσει στοιχείων του 2015, η φαρμακευτική δαπάνη στις χώρες του ΟΟΣΑ ξεπέρασε τα 800 δισ. δολ, όμως η κατά κεφαλήν κατανάλωση, διαφέρει πολύ από κράτος σε κράτος, και μάλιστα η διαφοροποίηση παρατηρείται στον όγκο κατανάλωσης, στα θεραπευτικά σχήματα που προτιμώνται, στις τιμές των προϊόντων, αλλά και στη χρήση γενοσήμων.

Η μεγαλύτερη δαπάνη παρατηρείται στις ΗΠΑ, με ετήσια κατά κεφαλήν δαπάνη της τάξης των 1.162 δολ, ποσό υπερδιπλάσιο του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.  Ακολουθούν η Ελβετία με 982 δολ. κατ΄ άτομο και η Ιαπωνία με 798 δολ. κατ΄ άτομο.
Στον αντίποδα βρίσκονται η Δανία με 282 δολ, το Ισραήλ με 313 δολ. και η Εσθονία με 326 δολ.
Περίπου το 80% της φαρμακευτικής δαπάνης αφορά συνταγογραφούμενα φάρμακα, ενώ το υπόλοιπο αφορά ΜΗΣΥΦΑ. Τα μεγαλύτερα ποσοστά φαρμακευτικής δαπάνης για ΜΗΣΥΦΑ συναντώνται στην Πολωνία, που δαπανά 50% για OTC φάρμακα, καθώς επίσης και στην Ισπανία που φθάνουν το 34% και την Αυστραλία (31%).

Εδώ, η Ελλάδα κατέχει τη 12η θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ από πλευράς κατά κεφαλήν δαπάνης σε τιμές 2015, με 572 ευρώ, ποσό στο οποίο συμπεριλαμβάνονται τα ΜΗΣΥΦΑ και τα αναλώσιμα, γεγονός που αυξάνει αισθητά την εμφανιζόμενη κατανάλωση έναντι του πλαφόν εξωνοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης στα 1,945 δισ. ευρώ . Αντίστοιχα, με το ίδιο πρόβλημα στις μετρήσεις, στην 6η θέση τοποθετείται η Ιρλανδία με 684 δολ, η Ιταλία με 601 δολ, στη 16η θέση η Ουγγαρία με 535 δολ, στην 24η θέση η Πορτογαλία με 413 δολ.