Ειδικότερα οι ερευνητές αναφέρονται στις γυναίκες με Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) 25 ή παραπάνω, οι οποίες είναι πιο πιθανό να διαγνωστούν με όγκους δύο εκατοστών ή μεγαλύτερους - το όριο μεταξύ του πρώτου σταδίου του καρκίνου και του δεύτερου σταδίου - από τις γυναίκες με υγιές βάρος. 

Ένας από τους συγγραφείς της εν λόγω μελέτης, ο Dr Fredrik Strand, από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Καρολίνσκα στη Στοκχόλμη, και οι συνεργάτες του μελέτησαν πάνω από 2.000 περιπτώσεις καρκίνου του μαστού για διάστημα επτά χρόνων, από το 2001 έως το 2008 στη Σουηδία. Εκεί η εξέταση της νόσου γίνεται κάθε 18 με 24 μήνες.

Οι ερευνητές έθεσαν υπό ιατρική παρακολούθηση τις ασθενείς μέχρι τα τέλη του 2015 και εξέτασαν πόσο προόδευσε η νόσος σε σχέση με τον ΔΜΣ και την πυκνότητα των μαστών. 

Για τους καρκίνους που είχαν εντοπιστεί κατά τη μαστογραφία, ΔΜΣ και πυκνότητα μαστών σχετίζονταν με την ύπαρξη μεγαλύτερων όγκων. Όμως, για τους καρκίνους που είχαν ανιχνευθεί εντός δύο ετών, μετά από φυσιολογική μαστογραφία, μόνο ο ΔΜΣ σχετίστηκε με μεγαλύτερο όγκο. Οι γυναίκες με υψηλότερο ΔΜΣ είχαν χειρότερη πρόγνωση από αυτές με χαμηλότερο ΔΜΣ, ενώ η πυκνότητα των μαστών δεν σχετιζόταν με την πρόοδο της νόσου. 

"Η μελέτη μας δείχνει ότι όταν ο γιατρός αναλύει τα θετικά και τα αρνητικά του προληπτικού ελέγχου για τον καρκίνο του μαστού στις ασθενείς του, ο υψηλός ΔΜΣ είναι μια σημαντική παράμετρος, που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Επίσης τα ευρήματα δείχνουν ότι οι γυναίκες με υψηλό ΔΜΣ θα πρέπει να υποβάλλονται συχνότερα σε μαστογραφία", υπογράμμισε ο Dr Fredrik Strand. 

"Επιπροσθέτως τα ευρήματά μας δείχνουν ότι οι γυναίκες με υψηλό ΔΜΣ ενδεχομένως να έχουν και άλλους παράγοντες που τις θέτουν σε κίνδυνο για χειρότερη διάγνωση, όπως είναι η μοριακή σύσταση των όγκων και τα επίπεδα έκφρασης των ορμονικών υποδοχέων".