Νέο ρεκόρ θα παρουσίαζαν το 2016 οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών παραγωγής φαρμάκου στην Ελλάδα, εάν δεν επιδρούσε καταλυτικά, το clawback μειώνοντας το συνολικό τζίρο. Παρά τη σημαντική επίπτωση του μέτρου, η εγχώρια φαρμακοβιομηχανία κατάφερε να περιορίσει τις απώλειες τονώνοντας τις εξαγωγές, ενισχύοντας παράλληλα και το προϊοντικό της χαρτοφυλάκιο, με εισαγόμενα σκευάσματα. Συνολικά φέτος οι ελληνικές βιομηχανίες εκτιμάται ότι έκλεισαν με τζίρο της τάξης των 1,58 δις. ευρώ με το περίπου 1/3 των πωλήσεων, να αφορούν εξαγόμενα σκευάσματα. 

Τα παραπάνω προκύπτουν από την ανάλυση των οικονομικών στοιχείων μια σημαντικής μερίδας φαρμακοβιομηχανιών που δημοσιοποίησε στοιχεία για τη χρήση 2016. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις των οικονομικών μεγεθών, από 20 παραγωγικές επιχειρήσεις φαρμάκων, ο συνολικός κύκλος εργασιών αυξήθηκε στα 1.289 εκατ. ευρώ έναντι 1.254 εκατ. ευρώ το 2015. Την ίδια περίοδο τα κέρδη των εν λόγω εταιρειών εμφανίζονται μειωμένα στα 55 εκατ. ευρώ από 78 εκατ. ευρώ. Στη διαμόρφωση των συνολικών κερδών, ως "βαρίδι" επέδρασε η εταιρεία Φαρμάρ η οποία σημείωσε ζημιές 12,8 εκατ. ευρώ το 2016 έναντι κερδών της τάξης των 9 εκατ. ευρώ το 2015, επηρεάζοντας τη συνολική εικόνα του κλάδου. 

Ακόμη θα πρέπει να τονιστεί ότι όσον αφορά τον κύκλο εργασιών, αναφερόμαστε στις "καθαρές" πωλήσεις, δηλαδή το σύνολο των εσόδων μετά την αφαίρεση του clawback. Υπενθυμίζεται ότι το 2016 είχαμε και ρεκόρ επιστροφών clawback, γεγονός που σημαίνει πως σημειώθηκε παράλληλα και ρεκόρ πωλήσεων από το σύνολο των 40 περίπου φαρμακοβιομηχανιών της χώρας, καθώς αν δεν υπήρχε το μέτρο, θα εμφάνιζαν συνολικά έσοδα άνω των 1,7 δις. ευρώ. Μάλιστα θα ξεπερνούσαν σε αξία και το 2009 όπου οι συνολικές πωλήσεις των φαρμακοβιομηχανιών σημείωσαν κύκλο εργασιών στα 1,65 δις. ευρώ. 

Σχετικά με το προαναφερθέν δείγμα των 20 εταιρειών, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι θεωρείται ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικό του κλάδου, καθώς περιέχει το "βαρύ" πυροβολικό της ελληνικής παραγωγής, αν και απουσιάζουν δύο σημαντικές εταιρείες, η Specifar που ανήκει στον πολυεθνικό όμιλο Teva και η δυναμική ελληνική βιομηχανία Ραφαρμ, η οποία κινείται με πωλήσεις άνω των 40 εκατ. ευρώ αναπτύσσοντας συνεχώς τις εξαγωγές της. 

Όπως επισημαίνεται από την Πανελλήνια Ένωση Φαρμακοβιομηχανίας, στην Ελλάδα υπάρχουν 27 παραγωγικές μονάδες, με τις 10 μεγαλύτερες εταιρείες να απασχολούν πάνω από 600 εργαζόμενους η κάθε μία. Όλες οι εταιρείες εξάγουν σε πάνω από 85 χώρες.

Προοπτικές
 Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας κύριος Θεόδωρος Τρύφων, στην Ελλάδα μια χώρα με μεγάλη αποβιομηχάνιση αυτή τη στιγμή υπάρχουν 27 «φουγάρα», εκ των οποίων τα 25 είναι ελληνικών εταιρειών και τα 2 ξένων πολυεθνικών. Επίσης οι 10 μεγαλύτερες εταιρείες απασχολούν πάνω από 600 εργαζόμενους η κάθε μία, ενώ όλες εξάγουν σε πάνω από 85 χώρες.  Τονίζει δε ότι οι ελληνικές εταιρείες μάλιστα υλοποιούν το 90% των νέων συνολικών επενδύσεων στο φάρμακο αν και έχουν μόλις το 22% του συνολικού τζίρου στην ελληνική φαρμακευτική αγορά. 

Σχετικά με τις προοπτικές του κλάδου, ο κ. Τρύφων μιλώντας πριν λίγες μέρες στην επιτροπή Έρευνας και Τεχνολογίας της Βουλής υποστήριξε ότι «To μέλλον σήμερα περνά μέσα από καινοτόμα προϊόντα, έστω και οριακής καινοτομίας, τα οποία έχουν και εξαγωγικό προορισμό. Ότι παράγουμε σε φάρμακα χημικής ή φυτικής προέλευσης έχουν στόχο το εξωτερικό όπου θέλουμε να είμαστε ανταγωνιστικοί, χωρίς φυσικά να εγκαταλείψουμε την Ελλάδα. Αν και είμαστε εταιρείες γενοσήμων κυρίως, για να μπορέσουμε να σταθούμε ανταγωνιστικά μέσα σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποίησης θα πρέπει οι παραγωγικές εταιρείες να αναπτύσσουν  έρευνα και ανάπτυξη που θα αφορά μη γενόσημα φάρμακα. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τα επόμενα χρόνια. Θα πρέπει από εταιρείες γενοσήμων να γίνουμε εταιρείες τεχνολογίας που θα φτιάχνουμε καινοτόμα προϊόντα οριακής η υψηλής καινοτομίας, με ανάπτυξη νέων φαρμακοτεχνικών μορφών, ανάπτυξη εναλλακτικών οδών χορήγησης, νέων περιεκτικοτήτων, νέες ενδείξεις, συνδυασμούς γνωστών φαρμάκων, επαναστόχευση και επανατοποθέτηση γνωστών μορίων. Παράλληλα ενδείκνυται η εκμετάλλευση της βιοποικιλότητας, η επέκταση στα  συμπληρώματα διατροφής η ανάπτυξη δραστικών πρώτων υλών κ.α.» 

Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρει ο αναπληρωτής πρόεδρος του ΣΦΕΕ κ. Κωνσταντίνος Παναγούλιας, ο αριθμός των παραγωγικών μονάδων σε σχέση με την οικονομική δομή της χώρας αποτελεί μια σημαντική επιτυχία για την ελληνική φαρμακοβιομηχανία. Συμπληρώνοντας ότι το 45% των συσκευασιών που διακινούνται στα ελληνικά φαρμακεία και νοσοκομεία, παράγονται σε ελληνικά εργοστάσια, με το 16% να είναι ελληνικής ιδιοκτησίας και τα υπόλοιπα  ανήκουν σε ξένες εταιρείες που παράγουν σε τοπικές μονάδες.