Η φαρμακευτική δαπάνη δεν περιορίζεται μόνο στο επίπεδο των τιμών των φαρμάκων και της αποζημίωσής τους.

Έχει να κάνει και με τις υπόλοιπες παρεμβάσεις υγείας, σε ποιόν πληθυσμό απευθύνονται, ποιάς ηλικίας, και σε τι κατάσταση βρίσκεται, αλλά και με παρεμβάσεις πρόληψης.

Επίσης, σχετίζεται με τη χρήση των φαρμάκων εκεί που χρειάζονται. Για να γίνει αυτό όμως πρέπει να διερευνηθεί πόσο τεκμηριωμένη είναι η φροντίδα υγείας και πόσο συνδυάζεται με τη ζήτηση.

Όμως η χώρα μας δεν έχει επενδύσει στην πρόληψη.

Μελέτη του Μ. Ολλανδέζου που παρακολούθησε την αποτρέψιμη θνησιμότητα για πάνω από 27 χρόνια έδειξε ότι δεν έχουμε εφαρμόσει πολιτικές μείωσής της, αντίθετα η συνολική θνησιμότητα μειώνεται επειδή η Ελλάδα παρουσιάζει καλές επιδόσεις σε ότι αφορά τη θεραπεύσιμη θνησιμότητα. 

Δηλαδή, δεν έχουμε καταφέρει ακόμη να κάνουμε τον κόσμο να μην νοσεί. Μάλιστα η χώρα μας είναι τελευταία  στην Ευρώπη από πλευράς επένδυσης στη μακροχρόνια φροντίδα υγείας με σχεδόν μηδαμινές δαπάνες επί του ΑΕΠ στην κατεύθυνση αυτή.

Αντίθετα, το 60% της φαρμακευτικής δαπάνης αφορά πληθυσμό που χρειάζεται μακροχρόνια φροντίδα υγείας. Όμως αν θέλουμε τον εξορθολογισμό της φαρμακευτικής δαπάνης, θα πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε και με τα υπόλοιπα μέρη της φροντίδας υγείας, ανεξάρτητα από το τι θα πρέπει να κάνουμε σε κάθε αξιολόγηση.

Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι η μακροχρόνια βιωσιμότητα στα συστήματα υγείας, εξασφαλίζεται με παρεμβάσεις στην αποζημίωση των φαρμάκων.

Στις άλλες χώρες αυτό επιτυγχάνεται με φαρμακο-οικονομική αξιολόγηση, τιμολόγηση με βάση την αξία, διαδικασίες αποζημίωσης και managed entry agreements, ενώ η συνταγογράφηση με δραστική, αύξηση της συμμετοχής, καθιέρωση rebate και clawback και τιμολόγηση βάσει των τιμών σε άλλες χώρες, αποτελούν μέτρα για περιορισμένου χρόνου αποτελέσματα.

Επίσης, από  ολόκληρη την Ευρώπη, μόνο το Βέλγιο, η Ιταλία και η Ελλάδα εφαρμόζουν ταυτόχρονα rebate και clawback, αλλά και πάλι όχι στην έκταση που εφαρμόζονται και τα δύο μέτρα στη χώρα μας.

Όπως αποδεικνύεται, η τιμολόγηση δεν είναι το κεντρικό εργαλείο για να ελεγχθεί αποτελεσματικά η φαρμακευτική δαπάνη, ενώ οριζόντια μέτρα τύπου rebate και clawback, δεν αποτελούν κοινή ευρωπαϊκή πρακτική.

Σε πολλές χώρες μάλιστα έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται και risk sharing agreements.

Στην Ελλάδα, οι συνεχείς μειώσεις τιμών, δεν επέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα, τουλάχιστον σε ότι αφορά την εξοικονόμηση δαπανών. Σύμφωνα με στοιχεία της IQVIA (τ. QuintilesIMS) από τον Σεπτέμβριο του 2015 ως το Σεπτέμβριο του 2016, η μείωση των τιμών αναμενόταν να φέρει εξοικονόμηση της τάξης των 76 εκ. ευρώ στην συνταγογραφούμενη αγορά φαρμάκων (με πλήρη εξαίρεση των φαρμάκων του ν.3816). Όμως αυτή η εξοικονόμηση εξανεμίστηκε πλήρως και η δαπάνη αυξήθηκε, εξαιτίας αύξησης κατά 82 εκ. ευρώ από πλευράς όγκου συνταγογράφησης και αλλαγής του μείγματος των φαρμάκων που συνταγογραφήθηκαν τελικά, ύψους 88 εκ. ευρώ.

Σε ότι αφορά την αξιολόγηση τεχνολογίας υγείας (ΗΤΑ), δεν είναι όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα υποψήφια για τέτοια αξιολόγηση, ούτε η ΗΤΑ, αποτελεί από μόνη της ικανό εργαλείο περιστολής της δαπάνης. Συνήθως συνοδεύεται από managed entry agreements ή risk sharing agreements, όπου οι μεν πρώτες συμφωνίες στηρίζονται στο συνδυασμό τιμής και όγκου πωλήσεων, ενώ οι δε, στηρίζονται στο θεραπευτικό αποτέλεσμα για την πληρωμή του κόστους των φαρμάκων που διατέθηκαν.

Όσο για τα γενόσημα, που παρουσιάζουν χαμηλή διείσδυση στη χώρα μας έναντι των λοιπών ευρωπαϊκών κρατών, στοιχεία της  IQVIA για το 12μηνο του 2015, δείχνουν μόλις 31,1% για την Ελλάδα, έναντι μέσου όρου 45,95% στις Ιρλανδία, Ιταλία, Πορτογαλία και Ισπανία, μέσου όρου 64,7% για τον κεντρικό πυρήνα της Ε.Ε., 52,1% για τις σκανδιναβικές χώρες και 65% για τις π. ανατολικές χώρες. Παρατηρώντας όμως τη διείσδυση των γενοσήμων στην Ιρλανδία (53,1%) και τη Μ. Βρετανία (68,2%), διαπιστώνεται ότι σημαντικό ρόλο παίζει η συνταγογράφηση από μέρους των γιατρών.

Συμπερασματικά, το μάθημα από την εφαρμογή των μέτρων αποζημίωσης στην Ε.Ε. συνοψίζεται στα εξής:

  • ένα εργαλείο ή μέτρο περιστολής δεν είναι αρκετό
  • χρειάζονται πολλαπλά μέτρα που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην ενδεδειγμένη έκταση  και σε συνέργεια μεταξύ τους, για αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα
  • κάλυψη όλων των αναγκών του πληθυσμού με τη μέγιστη δυνατή σχέση κόστους - οφέλους με παράλληλη διασφάλιση της βιωσιμότητας του συστήματος
  • οριζόντια μέτρα επιστροφών δεν μπορούν να εφαρμόζονται ταυτόχρονα με μέτρα αξιολόγησης τεχνολογίας υγείας και managed entry agreements
  • το σύστημα χρειάζεται μεγαλύτερη διαφάνεια και ανάληψη μέρους του ρίσκου από τη βιομηχανία.

*Η κ. Ζωή Στεφανίδου είναι αντιπρόεδρος της ΕΕΦΑΜ και επικεφαλής του διεθνούς τμήματος market access της ELPEN