Η υγεία αποτελεί τόσο ατομικό, όσο και κοινωνικό δικαίωμα. Το ατομικό δικαίωμα προκύπτει από το γεγονός ότι η υγεία του καθενός ανήκει στη σφαίρα της προσωπικής του αυτονομίας (άρθρο 5 παρ. 5 Συντάγματος), ενώ το κοινωνικό δικαίωμα από το γεγονός ότι το κράτος «μεριμνά» για την υγεία των πολιτών (άρθρο 21 παρ. 3 Συντάγματος – ΕΚΧ).

Από τους δύο παραπάνω ορισμούς, οδηγούμαστε σε δύο βασικά ερωτήματα:
- Έχω δικαίωμα να αδιαφορώ για την (καλή) υγεία μου;
- Από ποιο σημείο κι έπειτα το Κράτος «μεριμνώντας» ενδέχεται να παραβιάζει την αυτονομία στην δική μου υγεία;

Αυτονομία 
Η φροντίδα για την υγεία αποτελεί κατ’ αρχήν προσωπικό ζήτημα: κανείς δεν είναι υποχρεωμένος (νομικά, αλλά και ηθικά) να ζει υγιεινά, να καταναλώνει υγιεινά, να εξετάζεται προληπτικά ή να φροντίζει για τη θεραπεία μιας βλάβης στην υγεία του.

Μάλιστα, η αρχή της «συναίνεσης ύστερα από ενημέρωση» και η «άρνηση θεραπείας» αποτελούν καθιερωμένες εκφράσεις της αυτονομίας στο πεδίο της υγείας.

Οι περιορισμοί που τίθενται στην έκφραση της αυτονομίας στη φροντίδα της υγείας αφορούν: 
- τα δικαιώματα (και η υγεία) των άλλων (π.χ. μεταδοτικές ασθένειες), καθώς και
- η παραίτηση που οδηγεί στον θάνατο του προσώπου.

Δημόσιες πολιτικές 

Καθώς η υγεία αποτελεί και κοινωνικό δικαίωμα, το κράτος από την πλευρά του οφείλει να αναπτύσσει πολιτικές για την προστασία της δημόσιας υγείας, για την πρόληψη ή αντιμετώπιση νοσημάων, αλλά και την προαγωγή της υγείας των ατόμων με τη διευκόλυνσή τους στην λήψη υπηρεσιών υγείας. Ειδικότερα, οι δημόσιες πολιτικές υγείας αφορούν:

  • Πρόβλεψη πόρων για την προστασία της δημόσιας υγείας
  • Πρόβλεψη πόρων για την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας (δομές) 
  • Ισότιμη πρόσβαση / Αρχή της ισότητας - δικαιοσύνης 
  • Ενημέρωση του γενικού πληθυσμού και ευάλωτων ομάδων
  • Προληπτικός έλεγχος καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών 

Ποιος αναλαμβάνει τους κινδύνους; 
Η προσωπική αυτονομία δέχεται όχι μόνο «λανθασμένες» επιλογές για την υγεία, αλλά ακόμη και την εκούσια ανάληψη κινδύνων από τον ενδιαφερόμενο (π.χ. κάπνισμα, αλκοόλ).
Βέβαια, η εκούσια ανάληψη των κινδύνων από μια μη "υγιεινή συμπεριφορά", οριακά μπορεί να θίγει δικαιώματα άλλων, όπως π.χ. των οικείων του προσώπου, αλλά και του κοινωνικού συνόλου, αν η πιθανή βλάβη της υγείας φθάνει να επιβαρύνει σοβαρά τους διαθέσιμους δημόσιους πόρους.
Όμως το πότε συμβαίνει το τελευταίο (η επιβάρυνση δηλαδή των δημόσιων πόρων), δεν προσδιορίζεται εκ των προτέρων. Και επιπλέον, το κοινωνικό δικαίωμα στην υγεία δεν δικαιολογεί μια «τιμωρητική» αδιαφορία των δημόσιων υπηρεσιών υγείας για κάποιον που εν γνώσει του έβλαψε τον εαυτό του.
Πρακτικά, επομένως, οι δημόσιες πολιτικές «προστατεύουν» την υγεία των πολιτών, πέρα από την ενημέρωση του γενικού πληθυσμού, μέσω των ελέγχων καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών.

Έλεγχοι
Το ερώτημα όμως που προκύπτει σε ότι αφορά τους ελέγχους είναι το εάν μπορούμε να απαγορεύουμε προϊόντα κατανάλωσης, χωρίς να περιορίζουμε την αυτονομία.
Οι έλεγχοι στην περίπτωση αυτή, αφορούν προϊόντα απειλητικά για τη ζωή και τη διανοητική υγεία, καθώς και προϊόντα «απειλητικά» για τη «δημόσια ηθική», όπως τα προϊόντα φαρμακοδιέγερσης .
Μπορούμε να επιτρέπουμε προϊόντα υπό όρους; Εδώ λαμβάνεται υπόψιν ο παράγων «οικονομική ελευθερία» του παραγωγού, αλλά και η σημασία της ειδικής ενημέρωσης προς τον καταναλωτή, ώστε να αποφασίζει έλλογα, όπως για φάρμακα ή  τρόφιμα με ιδιαίτερες ιδιότητες.
Σημαντικό ρόλο παίζει και στο θέμα της ενημέρωσης του γενικού πληθυσμού, η σήμανση των προϊόντων (Labeling) όπως συμβαίνει με τις διαφορετικές περιπτώσεις του καπνικών και των Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών (ΓΤΟ).


Ποιος (και πώς) ελέγχει; 
Η στάθμιση της προστασίας της υγείας, της αυτονομίας του καταναλωτή, αλλά και της οικονομικής ελευθερίας των παραγωγών δεν αποτελεί «τεχνικό» ζήτημα – Χρειάζονται αξιολογήσεις με διεπιστημονικό υπόβαθρο, με καθιέρωση πρωτοκόλλων και ανεξάρτητων συστημάτων πιστοποίησης.

Στην κατεύθυνση αυτή στην Ε.Ε. η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων, έχει υιοθετήσει τον σχετικό κανονισμό 178/2002 (European Food Safety Authority (Scientific Excellence/Independence/Openness/Innovation/ Cooperation – “Farm-to-Table” – General Food Law/Reg. 178/2002), ενώ η Επιστημονική Επιτροπή για την Ασφάλεια των Καταναλωτών έχει εισάγει νομοθεσία για προϊόντα εκτός των τροφίμων, που στη χώρα μας έχει υιοθετηθεί με το ν.2251/94.
Ταυτόχρονα, οι έλεγχοι προωθούνται και με τις πιέσεις της διεθνοποιημένης αγοράς.

 

Ο δρ Τ. Κ. Βιδάλης, είναι Επιστημονικός Συνεργάτης της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής, Εμπειρογνώμων EΕ